Translate

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

ΣΤΗΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΛΕΤΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΕΞΗ ΠΟΙΗΤΩΝ- ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ

 ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΛΕΤΑ

μέσω της ΠΟΙΗΣΗΣ∙ (των ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΛΥΔΙΑΣ ΛΑΒΔΑ, ΘΑΝΑΣΗ ΑΡΓΥΡΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ, ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ).


Γράφει η συγγραφέας- μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη



(ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ.
ΤΕΤΑΡΤΗ 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009.
ΧΩΡΟΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ «ΕΝΑΣΤΡΟΝ»)


Επιχειρώ προσέγγιση της διηγηματογραφίας του Κώστα Βαλέτα μέσω ποιητικών αποσπασμάτων σύγχρονων Ελλήνων ποιητών∙ (καθένα απ’ αυτά τα αποσπάσματα, αποκρυπτογραφημένο κατά την αντίληψή μου, ανταποκρίνεται σε ένα στοιχείο της διηγηματογραφικής του κατάθεσης):

1ον )
«Ακολουθώ την απορία του νυστεριού, πως έπρεπε τάχα στα φύλλα των βιβλίων, να υπάρξει πρώτα η τριβή στον καθρέφτη της πειθαρχίας» 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΤΕΜΗΣ

Σημαίνει τριβή – εξοικείωση, ενδότερη οπτική στο πειθαρχημένο εγώ μας. Δεν μπορείς να διαβάσεις την ύπαρξη του άλλου, αν πρώτιστα δεν έχεις τριφτεί στο ίδιο το πειθαρχημένο εγώ σου, ώστε με την τριβή να το κάνεις απείθαρχο, να το ελευθερώσεις μέχρι να σου “ομολογήσει” τις ατέλειες απ’ τις οποίες και συντελείται.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα : Τριβή με το εγώ του, γνώση των προσωπικών ορίων του, της όποιας κοινωνικής πειθαρχίας του. Άρα, αντιλαμβανόμενος το εγώ του, τα δοτά όριά του, προχωρά ποιό κατατοπισμένος στην ανάγνωση των «ορίων» του κόσμου.


2ον )
«Είμαστε κέρινες κούκλες, που ανυποψίαστες σεργιανάμε κάτω απ’τον ήλιο. Κανείς δεν ξέρει, πότε θα λιώσουμε» 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Σημαίνει, πως παρά την επίγνωση της υλικής και διανοητικής σύστασης μας, παραμένουμε αδαείς ως προς τον χρόνο της αποσύνθεσης της οντότητας μας. Μια υπόθεση είναι πως δεν διαβάσαμε τα “ψιλά γράμματα” του υπαρξιακού μας συμβολαίου.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Ο ευρηματικός και συνοχικός λόγος του, καθώς θέλει να αναγνώσει “τα ψιλά γράμματα” (γράμματα παγίδα) αυτών των κοσμικών «ορίων», διαστέλει την οπτική του και διαβάζει μεγαλόφωνα τα «απαγορευτικά» τους υποστρώματα, με όση χυδαιότητα, απάτη, διαστροφή, αυτά περιέχουν. Με την αποκάλυψη αυτή, κινδυνεύει ο Βαλέτας, να κατηγορηθεί ως βωμολόχος ή προκλητικός.
Η ουσιώδης ωστόσο διαφορά μεταξύ των συγγραφικών «προκλητικών ακροτήτων» είναι η ίδια, αυτή καθ’ αυτή, σύσταση της πρόκλησης, τα στοιχεία δηλαδή που την συνθέτουν.
Ο Βαλέτας ως ρεαλιστής συγγραφέας, απαξιεί τους νοηματικούς και τεχνικούς περιορισμούς, κι εναποθέτει στο λόγο του, πληθώρα δομικών στοιχείων, παρμένων από όλους τους –ισμούς.
Η επικινδυνότητα αυτού του συγγραφικού είδους, που ρυθμίζει το ρεαλιστικό του προφίλ με βάση στοιχεία εξπρεσιονιστικά, φουτουριστικά, ντανταϊστικά κτλ, είναι το ότι “ενοχλεί” τις απόλυτα πτωτικές ρομαντικές κι ουτοπιστικές τάσεις, τις εμπλεγμένες σε μια ταραχώδη θρησκευτικότητα που τάσσεται υπέρ του εξουσιαστικού ελέγχου των “ορίων” της πραγματικότητας.
Ο Βαλέτας δεν διαπραγματεύεται «όρια», δεν παίζει ένα ηθικοπατροπαράδοτο παιχνίδι και δεν θεωρεί εαυτόν χρισμένον εξ ουρανού, να περιορίσει ή να ανοίξει αυτά τα «όρια». Δεν τον αφορά η ψευδαίσθηση των εξαγνίσεων αυτών των ορίων της πραγματικότητας.
Είναι ένας πολυσυνθετικός καταγραφέας αυτής της πραγματικότητας και διόλου δεν ακολουθεί την «πρόκληση για την πρόκληση». Και αν η πρόκληση προκύπτει στα γραπτά του, είναι απλώς αποτέλεσμα αυτής της καταγραφής των ορίων της πραγματικότητας. Δεν είναι συγγραφέας που ωραιοποιεί, αλλά που ούτε προτίθεται να παραμορφώσει την εικόνα του υπαρκτού μας κόσμου.
Δεν πρόκειται ούτε καν για καταγγελία αυτών των ορίων της πραγματικότητας. Πρόκειται, μάλλον, για μια εικαστική αναδρομή στην εσώτερη πλοκή του κόσμου όπως αυτή προσφέρεται “εξωγενής” σε μια ανώνυμη καθημερινότητα.
Ο Βαλέτας αποδεικνύει συγγραφικά, πως γνωρίζει “εκ βαθέων” την συνθετικότητα της λογοτεχνικής έκφρασης και συνεπώς γνωρίζει ότι: ο εξωραισμός του λόγου, είναι ανηθικότητα όταν διαβρώνει σκοταδιστικά την “φωτογράφιση” της υπαρξιακής ουσίας.
(Στον «λόγο», η απόκλιση είναι τεράστια μεταξύ του “χρωματίζω την εικόνα” με το “καλλωπίζω την εικόνα”. Η καλλωπισμένη λογοτεχνία δεν είναι παρά μια“εξοστεϊσμένη λογοτεχνία” που της έχουν δηλαδή αφαιρεθεί, δια της μεθόδου της πλαστικής προσθετικής, τα οστά κι ο πυρήνας της υπόστασης της. Ο καλλωπισμός των υπαρξιακών νοημάτων, εξυαλώνει το περιεχόμενο του λόγου – δηλαδή μετατρέπει την ουσία του σε διαφανές σώμα - και τον καταντά: διανοητικά αβαρές σώμα)
Ο Βαλέτας “ανδρώνει” τον λόγο του, σπάζοντας το φράγμα της εξωραϊασμένης λογοτεχνίας, η οποία δυσπνοεί στους υποκριτικούς της κανόνες και συρρικνώνεται με ενοχλητικούς νοηματικούς ραχιτισμούς, υποκλινόμενη “χατζηαβατικά” στην ενθρονισμένη “ασαφή ωραιοπάθεια” των εξουσιαστικών δομών.



3ον )
«Η συνείδηση, κυνηγετικό σκυλί γονατίζει στον αφέντη του» 
ΛΥΔΙΑ ΛΑΒΔΑ

Σημαίνει, πως η συνείδηση μας, αν και συν – είδηση, αντιλαμβάνεται και τρέχει κυνηγώντας το όνειρο, την γνώση, την καλλίτερη συνθήκη ζωής, τελικά υποκύπτει στην εξουσία που είτε την κατασκεύασε σαν συνείδηση, είτε την ελέγχει σαν συνείδηση.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Αφού λοιπόν αντιλαμβανόμενος τα προσωπικά του δοτά όρια, έχει προχωρήσει σε βάθος στην ανάγνωση των «ορίων» του κόσμου, εντοπίζει τον λόγο που αυτά τα «όρια» δεν μπορούν να διασπαστούν, γιατί ακριβώς οι συν –ειδήσεις αν και έχουν την κατάλληλη πληροφόρηση να ανατρέψουν τα «δεδομένα» τους, είναι ή προκατασκευασμένες ή ελεγχόμενες, έτσι που τελικά να γονατίζουν στον αφέντη τους, να παραμένουν δηλαδή εντός ορίων.


4ον )
«Μα μην νομίζεις πως δειλιάζω στους αντίπαλους. Τους σύμμαχους φοβάμαι, εκείνους που ορκιστήκανε, κοντά μου πια να ζούνε» 
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Σημαίνει πως το συνειδησιακό πλήγμα δεν το καταφέρνουν οι εχθρικές δυνάμεις, αλλά αυτές που στέκονται πλάι μας παροχικά, προστατευτικά, αφοσιωμένα, έτσι κι έχουν το “προνόμιο” να μας ελέγχουν, να μας καθοδηγούν, να μας διαβρώνουν κι εμείς να είμαστε ανακουφισμένοι, βολεμένοι μέσα στα «όρια» που στο περιοριστικό τους χωρόχρονο - ελέγχοντάς μας - μας προστατεύουν, για να μας χρησιμοποιούν κατά την βούληση των αναγκών τους.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Παρατηρεί τους ήρωες του και προσπαθεί να εντοπίσει, τί λειτουργεί κατασταλτικά, έτσι ώστε τα «όρια» της ύπαρξης τους, ενώ ανοίγουν διανοητικά, δεν μπορούν να ανοίξουν πρακτικά; Εστιάζει τις απαντήσεις του σε ένα πολιτικο-οικονομικό σύστημα, μια δηλαδή πολυσχιδή εξουσία ελέγχου, που προστατεύει εικονικά, παρέχει “δοσολογικά”, κι εκμεταλλεύεται “συνειδησιακά” τους δουλοπάροικους της, δηλαδή τους “ελεύθερους δούλους” της.


5ον )
«Κάτι παράξενες κατοικίες... Μοιάζουν με μνήματα! Απ’τα παράθυρα τους, διακρίνονται ωχρά πρόσωπα νεκρών ενοίκων, που νομίζουν είναι ζωντανοί...» ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ


Σημαίνει πως η προλεταριακή δομή της ευτυχίας, περνώντας απ’ το στάδιο της μικροαστικής ενημέρωσης αγαθών ευτυχίας, εξελίσσεται τώρα σε αστή βολεμένη συμπεριφορά επίπλαστων αναγκών και κατακτήσεων που όμως μεταλλάσσεται σε δυστυχία.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Παρατηρεί το τρίπτυχο: δόμηση - εξέλιξη – μετάλλαξη της σχέσης ύλης και συναισθήματος.
Η καταγραφή αυτής της παρατήρής του, γίνεται με τρόπο ευρηματικό και φιλοσοφική σαρκαστικότητα που κυμαίνεται απ’ το «συγκεκριμένο» στο «απρόβλεπτο».


6ον )
«Είναι το κελί μου έξω απ’τη φυλακή, γι’αυτό φοβάμαι» 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

Σημαίνει την επίγνωση των απολύτως ελεγχόμενων «ορίων» μας και του βασικού μας κοινωνικού (και όχι ενστικτώδικου) συναισθήματος μας: του φόβου.
Στοιχείο του Βαλέτα: Ανάλυση αυτού του κοινωνικού φόβου και καταγραφή του. Η κατάθεση της στοιχειοθέτησης του κοινωνικού φόβου, συχνά προξενεί στους συγγραφείς μία ανάγκη μελοδραματικών και ρομαντικών τόνων. Αντίθετα ο Βαλέτας, δεν πέφτει σ’ αυτήν την παγίδα του κραυγαλέου συναισθηματικού θρήνου και διατηρεί ως το τέλος της κάθε διήγησής του, τις εσωτερικές εντάσεις των όποιων τραγικών διαπιστώσεών του. Το τραγικό στοιχείο παραμένει στο κουκούλι του και δρα από εκεί, με κινήσεις ευθυμίας, συχνά φιλοσοφικής αταραξίας και σαρκαστικής ψυχραιμίας. Μια υπογείως χλευαστική συμπεριφορά, στις διηγήσεις του, καρατομεί συνειδησιακά τους κερδοσκόπους, καιροσκόπους, υποκριτές, μιας καθόλα “ενταγμένης στο πουθενά” κοινωνίας.

7ον )
«Τί να’φταιξε άραγε και τα βιβλία μείναν αδιάβαστα, με ίδιες σελίδες στο πάτωμα, ανοιχτές; Ίσως να φταίξανε οι λίμνες των δακρύων μας που στην πλημμύρα δεν ενώθηκαν ποτέ. Μπορεί κι εκείνη η φθαρμένη βίζα, που δεν ανανεώσαμε στο τελωνείο των προκλητικών μεταναστεύσεων...» 
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Σημαίνει πως δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις την γνώση του εαυτού σου και του σύμπαντος κόσμου, - ακόμα κι αν κατανοήσεις την δομή τους - αν η σκέψη σου, το συμπέρασμά σου, δεν ενωθεί με των άλλων ανθρώπων και κυρίως δεν ρισκάρεις να εμπλακείς στην περιπέτεια μιας προκλητικής μετανάστευσης στο «εγώ» σου αλλά και στο «εγώ» των άλλων.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Κομματιάζει την εικόνα του κόσμου, σε μικρότερες εικόνες ατομικότητας. Παραθέτει δηλαδή μια υπόθεση, ένα θέμα εικονογραφώντας το, αρπάζοντας το κυριολεκτικά μέσα από την ίδια του την εστία δράσης, το εξετάζει περιστροφικά, καταγράφει τις πτυχές του, εναποθέτει τις πολλές οπτικές που αυτό παρατηρείται απ’ το σύνολο των άλλων. Δηλαδή, καθώς κομματιάζει την σύνθεση του κόσμου, παρατηρεί το ένα κομμάτι πώς συμπεριφέρεται στο άλλο και πώς κρίνεται απ’ το άλλο.


8ον )
«Να δεις που θα κλάψουμε κι εμείς... για το ύψος που κάποτε αγαπήσαμε» ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Σημαίνει υπαρξιακό ύψος. Αφορά στο συνειδητό, αλλά κι υποσυνείδητο «όριο» μας.
Στοιχείο στην διηγηματογραφία του Βαλέτα: Διαβρώνει τα στεγανά. Δεν κραυγάζει, δεν ηθικολογεί. Δεν συμβουλεύει. Τέλος σταματά την διήγησή του χωρίς να υποδείξει ποιό κατά την κρίση του είναι το σωστό ή το λάθος. Εδώ ο αναγνώστης καλείται να αποφασίσει, να επιλέξει, ακόμα και να κατανοήσει. Ο Βαλέτας με την μέθοδο της «εξουθένωσης των αισθήσεων» συγγράφει τα «όρια» της εικόνας του κόσμου και με υπόγειο τρόπο προτρέπει τον αναγνώστη να «καταλάβει» ή ακόμα και «να μην καταλάβει». Δεν επεμβαίνει στην αντίληψη του αναγνώστη, ούτε με διδαχές, ούτε με παροχές συναισθηματικών κρεσέντων, αλλά, τον προειδοποιεί πως θα πληρώσει το τίμημα, για το «ύψος» που είτε δεν έφθασε, είτε έφθασε και έχασε, είτε στάθηκε σ’ αυτό, χωρίς να μπορεί πάνω του να ισορροπήσει.
Το βέβαιον είναι πως... «θα κλάψουμε για το ύψος που αγαπήσαμε»


Σας ευχαριστώ
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

«ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ» ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ διηγήματα - ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν, ΘΕΟΦΙΛΗ

«ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ»
διηγήματα του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ

Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Μια είδηση στις εφημερίδες σχετική με τον πίνακα του Γάλλου Lefedvre «Χλόη», δίνει έναυσμα στον συγγραφέα να εμβαθύνει σ’ ένα ευαίσθητο πολιτισμικό σημείο· «τα απόκρυφα της Χλόης» - ως τόπος γέννησης ή συλλογής “σημείων και τεράτων”.
Ο συγγραφέας, στο πρώτο της συλλογής διήγημα «στης Χλόης τα απόκρυφα»,μας γνωρίζει στην ουσία, τον γεωθερμικό “τόπο” που διανοητικά θα κινηθεί και θα εξελίξει τις 18 διηγήσεις του. Στα “απόκρυφα” του πίνακα της Χλόης θα παρατηρήσει τόσο το μεταναστευτικό όνειρο όσο και το ψευδαισθησιακό του μεγαλείο. Θα πιάσει το νήμα ο συγγραφέας από εκεί, απ’ τα “απόκρυφα” της Χλόης, για να μας καταπλήξει με τον περιεκτικό κι ωστόσο περιγραφικό, και μαζί φιλοσοφικό του λόγο.
Διαβάζουμε: «Τι από τα δύο είναι όμως η Χλόη-παρθένα ή πόρνη; Θεά ή τσούλα; Ιδού το μέγα ερώτημα. Διότι όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για μια διφορούμενη φιγούρα. Δηλαδή αυτό που ερεθίζει δεν είναι τόσο τα προκλητικά θέλγητρά της (χαράς τα θέλγητρα... το εφηβαίο; - ένα ανθισμένο κυκλάμινο σε μισοκρυμμένη σχισμάδα. Τα βυζιά; - δυο μετρίου μεγέθους λεμόνια. Το πρόσωπο; - απαξιεί να κοιτάξει ανφάς), αλλά η παραπλανητική αναίδεια της, αυτόπροκαλεί. Κι εδώ νομίζω ότι εστιάζεται το μυστικό του ιδιοφυούς καλλιτέχνη: στο ό,τι, ουσιαστικά, μας σερβίρει μια ολοζώντανη ψευδαίσθηση, μια σπαρακτική χίμαιρα. Μια φιγούρα που ενσαρκώνει μοναδικά το θεϊκό με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το όνειρο με την πραγματικότητα».
Η εσω-εμβριθής παρατήρηση του Γιάννη Βασιλακάκου, μας ενθουσιάζει, γιατί μας αποκαλύπτει μια διάσταση που δεν είχαμε υποπτευτεί: «την παραπλανητική αναίδεια», αυτή λοιπόν είναι το μέσον για να κατανοήσουμε την παγίδευση του μεταναστευτικού ονείρου. Η παγίδα στήνεται όπως ακριβώς η «παραπλανητική αναίδεια» στον πίνακα της Χλόης – “σερβίρεται όπως μια σπαρακτική χίμαιρα”...
Οι νοηματικοί ελιγμοί, που εξασφαλίζει στις διηγήσεις του ο Βασιλακάκος, δημιουργούν πεδία σαρκαστικών αιφνιδιασμών, όπως για παράδειγμα στο διήγημα «σημεία και τέρατα», όπου ο κεντρικός ήρωας ξυπνά στο μέσον της νύχτας από εφιάλτη, ή ύποπτο θόρυβο, ή απλώς για την σωματική του ανάγκη. Βλέπουμε μια υπόγεια διάθεση απομυθοποίησης του τρόμου. Διαβάζουμε:«Σχεδόν εκστατικά κοιτούσα τη διάπλατα ανοιγμένη οπή. Αυτά τα μικροσκοπικά “τέρατα”, που μόλις και διακρίνονταν δια γυμνού οφθαλμού, τα έβλεπα για πρώτη φορά σ’ όλη τη μεγαλόπρεπη διάστασή τους. Στα παιδικά μου μάτια φάνταζαν σαν χαριτόβρυτα κατάλευκα προβατάκια που’ χαν σκαρίσει ξέγνοιαστα στη βοσκή, στο κάλεσμα ενός παιχνιδιάρη ήλιου. Το πανδαιμόνιο των άλλων όμως με επανέφερε στην τάξη, υπενθυμίζοντάς μου το αληθινό ποιόν του εχθρού. Επρόκειτο τελικά για γλοιώδη, αποκρουστικά παράσιτα, που ζούσαν απ’ τις τροφές του ανθρώπου. Εκτός από “θεριά” και “τέρατα” τα αποκαλούσαν και “αμοιβάδες” και τρέφονταν – έλεγαν- από το γάλα της Πόπης. Γι’ αυτό και το δύστυχο κορίτσι ήταν πάντα χλωμό, καχεκτικό, υπέφερε από αβάστακτη φαγούρα και δεν μπορούσε να πάρει πάνω του. Γι’ αυτό τώρα οι ύπουλοι εχθροί καταντούσαν μια αηδιαστική αλοιφή στα δάχτυλα των μεγάλων. Κάτι – περίπου- σαν το σαπούνι στους φούρνους του Άουσβιτς».
Ο περιγραφικός λόγος κορυφώνεται στα διηγήματα του Γιάννη Βασιλακάκου και δημιουργεί εξαιρετικές εκφάνσεις αμεσότητας «αναγνώστη – υλικού». Στο εκάστοτε“πραγματικό” γεγονός, ο συγγραφέας προσδίδει, δεξιοτεχνικά, μεταφορικές προεκτάσεις· με αλληγορικά φιλοσοφική γραφή, που ελίσσεται μέσα στην ύλη του θέματος και το μεταπλάθει σε ιδεολόγημα, χωρίς καθόλου να απαξιώνει τις πολυχρωματικές περιγραφές του αυτούσιου γεγονότος.
Η συγγραφική μαεστρία του Βασιλακάκου δημιουργεί τέτοια αναγνωστική αμεσότητα ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται το θέμα ως οικείο του βίωμα.
Η φαντασίωση της εκδίκησης στο διήγημα «θερινή μαθητεία» είναι γεμάτη ηχητικούς ελιγμούς που πλέκουν τα νοήματα με εξαιρετική ταχύτητα και τα διαπερνούν – μετακινούν- ευφυέστατα απ’ το θετικό στο υποθετικό, απ’ το πραγματικό στο φανταστικό· αστραφτερές ανθεκτικές κλωστές που δημιουργούν εξωτικά κι όμως ουσιογεννή τοπία.
Στο διήγημα «το πιο μακάβριο ψέμα» εξετάζεται διεξοδικά η μεταθανάτιος ζωή – αιώνιος ζωή, μέσα από την ενστικτώδη αντίληψη ενός παιδιού.
Στο διήγημα «με την πρώτη σταγόνα της βροχής» ως κινηματογραφικά παρουσιαζόμενη πλοκή Χίτσοκ, συμμετέχουμε σε μια άτυπη αγωνία «υπάρχω», σχεδόν ωστόσο προετοιμασμένοι γι’ αυτήν. Φράσεις του συγγραφέα όπως :«...όχι απλώς την ματαιότητα, αλλά κυρίως την ρευστότητα των ανθρώπινων», μας στρέφουν να κινηθούμε με πιο φιλοσοφικά στοχαστικές κινήσεις σε όλες τις κατευθύνσεις της ζωής μας, και κυρίως σ’ εκείνες που είναι πίσω μας ως ατελείς πορείες μνήμης κι επιτελούν χρέος μοχλών του μέλλοντος μας.
Στο διήγημα «ευσεβείς πόθοι», με παραστατικότητα εξετάζεται το ζήτημα της αυταπάτης του μεταναστευτικού ονείρου.
Στο διήγημα «απολογισμός ευτυχίας», ένα μόνο γράμμα του αλφάβητου, είναι ικανό να διαμορφώσει την απαρχή μιας βαθειάς φιλοσοφίας ζωής. Δυο λέξεις «μακάριος και μακάβριος»,ως δύο άκρες μιας ράβδου που άλλοτε σε ευνοεί να βαδίσεις, άλλοτε να κτυπήσεις κι άλλοτε να ακινητοποιηθείς στο μεταίχμιο της «υπονοούμενης» σχέσης τους (αμύνομαι – επιτίθεμαι, γαλήνιος – φοβηστικός).
Στο διήγημα «κατάσταση μετεωρισμού» ο συγγραφέας εντοπίζει την ασάφεια του κενού κι όχι το κενό του κενού, γράφει: «Αδυνατώ να εξηγήσω τις συνέπειες του κενού, αλλά βίωνα τις συνέπειες του», αντιλαμβανόμεθα λοιπόν μια αιώρηση του κενού, πράγμα που σημαίνει πως το κενό αποτελείται από στοιχεία που αν και δεν προσδιορίζονται, υπάρχουν και συμπληρώνουν στην πορεία μας, τις “συνέπειες” τους. Στο ίδιο διήγημα, η προσεδάφιση του ανθρώπου στο φεγγάρι, γίνεται ένας πόλος σκέψεων που εξυφαίνονται γύρω και μέσα στην ουσία του «κενού»: “γνώσεις πολλές, περιπέτειες ελάχιστες” ως αιτία κενού, κι ως ανατρεπτική προέκταση: «ο κόσμος είναι τα πράγματα και τα πράγματα οι λέξεις»και η προτροπή για αναθεώρηση στάσης ζωής: «Δεν ήθελα να καταλάβω τον κόσμο, αλλά να τον βιώσω». Στο ίδιο διήγημα, το μεταναστευτικό θέμα αντιμετωπίζεται με πιο υπαρξιακά χαρακτηριστικά, κι όχι με την καταγραφή ατυχών γεγονότων που συνθέτουν ζωές μεταναστών. Βλέπουμε δηλαδή πως οι οικονομικοί μετανάστες περνούν σε ένα στάδιο εσωτερικής δραματικής αφήγησης κι όχι δραματικών συνθηκών επιβίωσης. Σχεδόν, έχουμε το προσχέδιο ενός «κατηγορώ» που προσπαθεί όχι απλώς να ανακαλύψει τον τρόπο να εκφραστεί, αλλά να ανακαλύψει το τι ακριβώς χρήζει κατηγορητηρίου. Αυτή η ερευνητική προσπάθεια του συγγραφέα, αναβαθμίζει την διήγησή του και την προχωρά σε λαβυρινθώδη υπαρξιακή διανοητική διαδρομή. Γράφει: «... είχα εξαναγκαστεί να αποκηρύξω για μια μπουκιά ψωμί, την αυθεντικότητα του δικού μου κόσμου, υποκαθιστώντας τον μ’ έναν άλλον, ζώντας σαν τον μεταξοσκώληκα έξω απ’ το κουκούλι του». Τέλος η επιβεβαίωση αυτού του εσώτερου κενού, του κενού ίσως «ταυτότητας», αποκορυφώνεται στο σημείο που ο μετανάστης, ως επισκέπτης πλέον του τόπου του, αναζητά την Ακρόπολη.
Στο διήγημα «ο τσακατσούκας», ο ήρωας που πουλούσε παράνομα φιστίκια, διατηρεί την ικανότητα να μπορεί να προφέρει την λέξη «ρίζες» αλλά όχι την λέξη renouncing. Μέσα από αυτήν την μικρή φαινομενικά “σύγκρουση” αποκαλύπτει ο συγγραφέας τον ισχυρό κλονισμό μιας συνείδησης που εντός της συγκρούονται οι αξίες και τα στοιχεία, αυτά τα ίδια που την έχουν συγκροτήσει.
Ένα από τα ισχυρά, από πλευράς νοηματικής και τεχνικής, διηγήματα της συλλογής είναι : «ο φράχτης». Έχουμε την αλληγορική και πάλι γραφή του συγγραφέα σε κρεσέντο εσωτερικού σπαραγμού, όπου ο φράχτης γίνεται ένα σύμβολο επικίνδυνης στασιμότητας: «όλα ήταν αβέβαια, ξεκάρφωτα σαν τον φράχτη, χωρίς προοπτική»κι ο ήρωας ταυτίζεται με το “μπασταρδόσκυλο” που ανέβαινε σ’ αυτόν τον φράχτη και ούρλιαζε δυσοίωνα. Τραγικό διήγημα με τρομερό ελιγμό (“σκυλοζωή”)∙ ο ήρωας ο ίδιος είναι τελικά το “μπασταρδόσκυλο” που “αυτοκτονεί”!
Στο διήγημα «η πλάκα» ο συγγραφέας σαρκάζει ευρηματικότατα. Μια απλή υπόθεση εφοριακής δήλωσης, γίνεται λογοτεχνικό μέσον όχι μόνον μιας εκπληκτικά εικονογραφημένης αφήγησης, αλλά μιας κατάβασης στα έγκατα μιας ύπαρξης. Στην ερώτηση: «έχεις ασφάλεια ζωής;», η απάντηση ανατρέπει κάθε δεδομένο κοινωνικής ισορροπίας: «Μόνο ασφάλεια θανάτου!». Η πλάκα είναι μια ακτινογραφία, που ο ψυχαναλυτικός συγγραφέας Γιάννης Βασιλακάκος την κοιτά ως ακτινογραφία ύπαρξης βλέποντας μέσα σ’ αυτήν τις κοινωνικές αρρώστιες. Παραθέτω απόσπασμα καταπληκτικής περιγραφικής δύναμης: «...Σπηλιές βαθιές και ρήγματα ύπουλα κι επικίνδυνα είχαν σκαφτεί μεθοδικά κι ανελέητα στα έγκατα του φίλου, αφήνοντας τα πνευμόνια του διάτρητα, όπως οι τερμίτες το σαρακοφαγωμένο ξύλο».
Στο διήγημα «ποιητική αδεία», ο Βασιλακάκος συνεχίζει την υπαρξιακή αναζήτηση και σε ένα ακόμα θέμα- στοιχείο ζωής, την τέχνη. Για να σε βαπτίσουν, να σου δώσουν όνομα ώστε να σε “στοιχειοθετήσουν” σ’ ένα δελτίο ταυτότητας, να σε τοποθετήσουν σ’ ένα δηλαδή αρχείο ελέγχου, πρέπει, όπως γράφει ο συγγραφέας, να«σε εγχειρήσουν, να κάνουν μικροεπέμβαση πάνω σου, όπως στην τέχνη “ποιητική αδεία”».
Κανένα σχεδόν θέμα δεν αφήνει ανέγγιχτο ο συγγραφέας – έχει μια συγγραφική τόλμη να τρυπώνει στην ψίχα τους. Στο διήγημα «οι μαύρες τρύπες» στήνει ένα μικρό, αλλά περιεκτικό, θεατρικό μέσα σε τρόλεϋ: ένας συζητά για το αν υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες και ταυτοχρόνως τα όντα ζουν και λειτουργούν μέσα στο τρόλεϋ κι όλα αυτά τα παρακολουθεί ο αναγνώστης σαν να διαδραματίζονται πλάι του γιατί ο Βασιλακάκος έχει αυτήν την άνεση της μεταδοτικότητας, που παίρνει σε κάθε τόπο και χρόνο διήγησής του και τον αναγνώστη της. Στο τρόλλεϋ λοιπόν οι κουβέντες κι οι συμπεριφορές κι ένα χλευαστικό ρεμπέτικο τραγούδι που εισβάλλει κοφτά κι υπονοούμενα και φανερά αδικαιολόγητα, όπως ακριβώς μια πρόκληση, μια αφυπνιστική κίνηση, και μαζί τα μηνύματα στις ταμπέλλες «σώστε την ελληνική οικογένεια – ελληνοχριστιανικό κίνημα», δημιουργούν φιλοσοφικό κράμα όπου μέσα του οι ιδέες αναζητούν την αποσαφήνισή τους, αλλά και τον λόγο ύπαρξης τους. Η εστία του υπονοούμενου είναι «οι μαύρες τρύπες» - θαυμαστές ευρηματικές προεκτάσεις συλλαμβάνει ο συγγραφέας στο χιλιόδραχμο και στον εικονιζόμενο θεό του, τον τυφλό Πλούτο, και κυρίως στα μηδενικά του, στα μηδενικά του χρήματος ως οι πραγματικά επικίνδυνες μαύρες τρύπες. Διαβάζουμε: «Μόλις πρόλαβα κι έδωσα στο μικρό ένα χιλιάρικο. Μου χαμογέλασε αμήχανα. Ήταν σα να μην πίστευε στα μάτια του. Καθώς απομακρυνόμουν, το είδα να ακουμπά το μαγνητόφωνο στο έδαφος και να εξετάζει προσεχτικά το χαρτονόμισμα. Φαινόταν σα να προσπαθούσε να διαβάσει το τετραψήφιο νούμερο στις άκρες, ή ν’ αναγνωρίσει τον εικονιζόμενο αρχαίο θεό. “Δεν μου είπες όμως ανηψιέ, πώς βλέπεις μετά από τόσα χρόνια την Αθήνα, την Ελλάδα μας;” ρώτησε ο θείος. Το παιδί κοιτούσε ακόμη την καφετιά χήνα, περιδεή. Χαμένο στην άβυσσο των αμφιβολιών του, αδυνατούσε να ξεδιαλύνει την αυταπάτη απ’ το θαύμα. Οι μαύρες τρύπες των τριών μηδενικών το είχαν, θαρρείς, καταβροχθίσει οριστικά, υπό το άγρυπνο βλέμμα ενός ωραίου, αλλά αόμματου κι ανάλγητου θεού. “Περίπου σαν εξωγήινος!” είπα».
Ο συγγραφέας, εκτός απ’ αυτό το ξεκάθαρο αποτέλεσμα της διήγησής του, μας έχει κιόλας δώσει ερμηνεία αυτού του υπαρξιακού κωδικού και του συμπλεγματικού κράματος ιδεών κι εννοιών κι αξιών, με ένα ρεαλιστικό όσο κι απεγνωσμένα εμπαικτικό ερώτημα: «Τι όντα ήσαν τέλος πάντων αυτά τα χορτασμένα γραβαντοφορεμένα δίποδα;»...!
Στο διήγημα «Λάθρα ονειρώσσας μαγικήν εικόνα», έχουμε ως αρχική ιδέα σύλληψης της όλης ιδέας του κειμένου τα «σπέρματα της ιδέας». Αξίζει να σταθούμε με προσοχή σ’ αυτήν την συνοχική εξέλιξη σκέψης που απ’ το θεωρητικό “άυλον” των ιδεών καταλήγει στο υλική εφαρμογή των ιδεών. Η διήγηση ξεκινά απ’ την Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, την οποία εύστοχα ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως «θερμοκήπιο», κάνοντας έτσι μια υπόγεια προτροπή να υποθέσουμε πως μιλούμε για θερμοκήπιο ιδεών. Μερικά αποσπάσματα απ’ το διήγημα θα βοηθήσουν εδώ να αποφορτιστούμε απ’ την κριτική μας σκέψη και ταυτόχρονα να κατατοπιστούμε καλλίτερα σε ό,τι αφορά στην λογοτεχνική δύναμη του Βασιλακάκου, αλλά και στην απόλυτα ευσυνείδητη και συνθετική, διανοητική πράξη της συγγραφής του. Ας μου επιτραπεί να αποσαφηνίσω πως ο Βασιλακάκος δεν χρησιμοποιεί το χαρτί ως μέσον παραληρηματικής εκτόνωσής του ή ακόμα χειρότερα ως μέσον ματαιόδοξης καταξίωσης του, ως είθισται να συμβαίνει στην πλειονότητα των λογοτεχνών. Ο Βασιλακάκος σέβεται το υλικό της μνήμης του, τις πληροφορίες, τις εντυπώσεις, τα αποτελέσματα του χρόνου του, και δουλεύει μ’ αυτό το υλικό ως αριστοτεχνίτης, επίμονος κι ακούραστος, χωρίς αμυδρά υποψία προχειρότητος και κυρίως δουλεύει με επίγνωση όλων αυτών των στοιχείων που προσφέρονται απ’ το υλικό του, κι όχι απλώς καταφέρνει να αποκαλύψει την γοητεία της δυναμικής τους, αλλά και να τα εμπλουτίσει με νέα στοιχεία παρμένα όχι από έναν προκλητικά φανταστικό κόσμο, αλλά από δυσδιόρατες πραγματικότητες, όπου μέσα σ’ αυτές, νέες ιδέες ή και ιδέες ανερμήνευτες, ζητούν την έξοδό τους και την λειτουργία τους.
Παραθέτω αποσπάσματα:
«Τα σπέρματα της ιδέας υπήρχαν πάνω σε διάφορα χαρτάκια, που έπρεπε να συναρμολογηθούν σαν κομμάτια παζλ για να βγει η μαγική εικόνα. Η ιδέα υπήρχε λοιπόν, δυνατή και βαρβάτη. Το πρόπλασμα ήταν σχεδόν έτοιμο. Μια αναστολή, ωστόσο, εμπόδιζε την τελική “εκσπερμάτωση”, εκείνο δηλαδή το τελικό γράψιμο που έπρεπε να γίνει μονοκοπανιάς, για να γονιμοποιήσει πλήρως την αρχική ιδέα».
«Μπορεί να ήταν το άδειο των τοίχων, το άδειο των λευκών σελίδων που περίμεναν καρτερικά να γονιμοποιηθούν με το σπέρμα του μελανιού. Μπορεί, τέλος, να ήταν το κενό του μυαλού, η γενικότερη αδράνεια του σώματος και η αποχαύνωση των αισθήσεων, που μου δημιουργούσαν μια ερμαφρόδιτη κατάσταση».
«Λένε ότι το γράψιμο είναι σαν το κοιλοπόνεμα, αφού οι συγγραφείς, μετά το πέρας του έργου τους, νιώθουν εξαντλημένοι, αλλά ανακουφισμένοι. Εγώ όμως κάθε άλλο παρά έτσι αισθανόμουν. Τουναντίον, ένιωθα περίπου σαν λαβωμένο έμβρυο που προορίζεται για το σκουπιδοντενεκέ».
«Η μυωπία μου είχε σίγουρα επιδεινωθεί τελευταία, αλλά και ποιος μου λέει εμένα ότι η σταδιακή μου τύφλωση δεν ήταν παρά προπομπός της πραγματικής; Κόντεψε να μου στρίψει. Δεν ήξερα αν ονειρευόμουν, ή αν όλα αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Σκέφτηκα να φωνάξω, να ρωτήσω τι συμβαίνει. Ήμουν όμως βέβαιος ότι τέτοια ώρα δεν υπήρχε ψυχή σ’ εκείνο τον ψυχρό υπόγειο τάφο, εκτός απ’ την ζωγραφισμένη στο έδρανο γυναίκα με τα ανοιχτά σκέλια.... Ασφαλώς και απαιτούσε θυσίες η τέχνη. Όχι όμως και ανθρωποθυσίες! Γιατί ποιος μου εγγυόταν εμένα ότι δεν θα θαβόμουν ζωντανός, σε περίπτωση σεισμού, καταποντισμού, πυρκαγιάς, βομβιστικής ενέργειας, επιδρομής αλλοφύλων, ή αιφνίδιου θανάτου, κάτω από τόνους μπετόν, μέσα σε εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία και περιοδικά....»
«Η δραματική ειρωνία ήταν πως, ενώ είχα σχεδόν βγει από το αδιέξοδο της τέχνης, σκόνταφτα τώρα πάνω στο αδιέξοδο της ζωής, πράγμα που καθιστούσε αδύνατο να βγω από εκεί μέσα, αφού ούτε τη μύτη μου δεν έβλεπα. Ηρέμησα όμως περισσότερο στη σκέψη πως το σκοτάδι, το συνηθίζει κανείς όπως και το φως».
«Μακαρίως κρεμασμένος απ’ την τεράστια καφετιά ρόγα της Αριάδνης, βύζαινα του καλού καιρού, σαν νεογνό που πρωτοψηλαφίζει τον κόσμο, το αληθινό δέντρο της γνώσης όταν, σε ανύποπτο χρόνο, άρχισα να χάνω διαδοχικά τις αισθήσεις μου. Ακόμη και τώρα που είχα χάσει τ’ αβγά με τα καλάθια και βρισκόμουν στο χείλος της αβύσσου, η βάσκανη μοίρα φαίνεται πως ετοίμαζε ράμματα για τη γούνα μου. Ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες άλλων πλήρωνα... Έτσι, πριν χάσω εντελώς τις αισθήσεις μου, ή αυτό που λέμε “συνείδηση της πραγματικότητας” και μεταβληθώ σε αμοιβάδα ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι να μεσολάβησε κανένας κατακλυσμός του Νώε, όπως ήταν ο ευσεβής μου πόθος. Και όμως, μου ήταν γραφτό να πνιγώ σε μια κουταλιά νερό».
«... η περιπέτεια του τυφλού Μπόρχες έγινε αιτία να ξαναδώ τον κόσμο μέσα απ’ την παρθένα ματιά των πρωτοπλάστων. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, αλλά προσπάθησα, κι αυτό έχει σημασία. Μέσα απ’ αυτήν την προσπάθεια όμως, κατάφερα – χάρη στην αγαστή συναδελφική αλληλεγγύη κάποιων Ελλήνων και ξένων ομοτέχνων μου – να σκαρώσω έστω κι ένα ανορθόδοξο διήγημα, με το οποίο σκεφτόμουν τώρα να συμμετάσχω στον διαγωνισμό. Δεν ήμουν βέβαια κανένας Θησέας που είχε δαμάσει το Μινώταυρο της γλώσσας. Στ’ αλήθεια στα ψέματα, όμως, ένιωθα σαν άλλος Λάζαρος που, χάρη σε μια λάθρα ονείρωξη, είχε βρει το δρόμο του στον απάνω κόσμο. Γι’ αυτό και θα υπογράμμιζα την πρόταση: “δεν νιώθω πως έχω ξεγράψει τον εαυτό μου”.....».
Στο διήγημα «η ανακομιδή» που σημαίνει συγκέντρωση των οστών απ’ τους τάφους με προορισμό το οστεοφυλάκιο, ο Βασιλακάκος για άλλη μια φορά μεγαλουργεί μέσα σε αυστηρές τραγικές αποχρώσεις, χωρίς όμως εδώ να κάνει προσπάθεια σαρκασμού ή εμπαιγμού ή να αφήσει το θέμα του να προκύψει από υπονοούμενα μεταφορικά λεκτικά σχήματα, αντίθετα, γίνεται σαφής καταγγελιών, τολμηρά στηλιτεύει και δηλώνει ευθέως το συναίσθημα αποστροφής κι αποδοκιμασίας που νιώθει. Τραγικό, υπέροχο, σαφή διήγημα που παίρνει το ρίσκο ο συγγραφέας του, κάθετα να τοποθετηθεί στο τι θεωρείται επιτέλους ηρωικό και τι όχι, τι ηθικό και τι όχι, τι ουσιαστικό και τι όχι. Ο συγγραφέας αυτός διατηρεί την εντιμότητά του, αλλά και την διορατικότητά του, ακόμα κι όταν έχει να αφηγηθεί επί του απολύτως προσωπικού μια μνήμη.
Διαβάζουμε: « Η φωτογραφία απεικόνιζε καμιά εικοσαριά πτώματα, πεταμένα φύρδην μίγδην σ’ ένα χαντάκι. Το κρανίο ενός είχε διαλυθεί από τη σφαίρα και τα μυαλά του, σαν εμετός σκύλου, είχαν πιτσιλίσει τα πρόσωπα και τα ρούχα των άλλων. Η δεύτερη φωτογραφία είχε απαθανατίσει αμέτρητα κρανία, σαν κι αυτά του Πολ Ποτ που είχα δει κάποτε στην τηλεόραση. “Ενθύμια... για να μην χάνουμε και το λογαριασμό ντε!” είπε ψυχρά, σα να επρόκειτο για το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο. Κατόπιν, το ανθρωπόμορφο κτήνος έστησε τις δυο φωτογραφίες μπροστά απ’ το ανθοδοχείο – αδιάψευτους μάρτυρες των ηρωικών άθλων του – για να τις καμαρώσουμε καλύτερα... Ο πατέρας δεν μίλησε. Ένα μυστηριώδες χαμόγελο είχε παγώσει στο πρόσωπό του. Όταν βγήκαμε έξω μου ’ρθε να ξεράσω από φρίκη και αηδία. Ο κόσμος είχε αναποδογυριστεί μέσα μου. Νόμιζα πως ζούσα στην πιο εφιαλτική κόλαση. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για τον πατέρα και τους “ηρωικούς” φίλους και συναγωνιστές του, που δεν τολμούσα καν να τον αντικρίσω στο πρόσωπο. Καθώς επιστρέφαμε βουβοί, σε μια στιγμή, γυρίζει και μου λέει: “Έχει φάει εκατοντάδες κεφάλια κομμουνιστών και συνοδοιπόρων τους”. Και σα να ήθελε να προλάβει τυχόν ένστασή μου, βιάστηκε να προσθέσει: “Κατά βάθος δεν είναι κακός άνθρωπος. Ήταν όμως η κατάσταση, βλέπεις... Το καθήκον στην πατρίδα... Άλλοι καιροί τότε...”. “Γιατί μ’ έφερες εδώ;” ήθελα διακαώς να διαμαρτυρηθώ. Με ποιο δικαίωμα επέτρεψες στον “ήρωά” σου να εκτελέσει έτσι εν ψυχρώ, και μάλιστα μπροστά στα μάτια σου, το δικό μου όνειρο; Πώς – στο Θεό που πιστεύεις! – μπορώ πλέον να είμαι “υπερήφανος που εγεννήθην Έλλην;” ψόφαγα να του πετάξω κατάμουτρα, κι ας ήταν πατέρας μου... Αντ’ αυτού, ένας βουβός λυγμός πνίγηκε στο στέρνο μου. Ήταν για την τελευταία ανακομιδή –“συγκομιδή” την είχε πει ο “ήρωας” – λειψάνων των τελευταίων ανώνυμων μαρτύρων μιας πράγματι “ηρωικής εποχής”. Ήταν για τον πατέρα που δεν υποψιαζόταν το σπαραγμό μου. Ήταν για το ομορφότερο όνειρο που μόλις πριν λίγο έθαψα. Αλήθεια, “ποιος γιόμισε τα ρούχα μου δάκρυα/ και νεραντζάνθια;” Η ανοιξιάτικη νύχτα, με το χλωμό της φεγγάρι, ήταν ανυπόφορα γλυκιά, μεθυστική, απ τους λεμονανθούς των περιβολιών. Κάπου μακριά, ένας γκιώνης μοιρολογούσε απαρηγόρητα».
Τo διήγημα «πουλάκι ξένο», αναδεικνύει κυριολεκτικά τον συναισθηματικό απόηχο της φυγής και της εγκατάλειψης, που έκλεινε μέσα του το τραγούδι «πουλάκι ξένο ξενιτεμένο» (ερμηνεία Γιώτα Βέη), και που συνόδευε και τους μετανάστες και τους οικείους τους που ως καρτερικές σκιές έμεναν πίσω να θυμούνται να περιμένουν, μέχρι να ξεχάσουν να περιμένουν. Ο θάνατος, στο διήγημα, κρατά τον ρόλο της απιστίας ή και της ανατροπής κάθε σχεδίου, ή και ακόμα πιο τραγικά της απαξίας κάθε σχεδίου.
Ας μου επιτραπεί να αναφέρω εδώ ένα στίχο για την χιλιοτραυματισμένη Κύπρο,του εξαίρετου μουσικοσυνθέτη και πρωτοπόρου ποιητή Ανδρέα Αρτέμη: «Είμαστε εδώ, μια χούφτα λυχνοστάτες, του κούφιου καραβιού φιλόπονοι δράκοντες...».Ένας απ’ αυτούς τους λίγους λυχνοστάτες είναι ο Γιάννης Βασιλακάκος∙ “κρατά” το φως της Ελλάδας που λιγοστεύει...∙ αναμοχλεύει την μνήμη μας, επαναπατρίζει την συνείδησή μας...
Στο διήγημα «κόβοντας το νήμα του χρόνου», ο συγγραφέας με ευφυείς, ταχύτατους νοηματικούς ελιγμούς, εξελίσσει το εύρημά του, το βασισμένο σε μια λέξη που ερευνάται σε σταυρόλεξο: «Οριζοντίως. Ανώδυνος θάνατος. Δέκα γράμματα». Σ’ αυτό το διήγημα ο συγγραφέας γίνεται περισσότερο φιλοσοφικός κι υπονοούμενος και λιγότερο προσεκτικός στη δομή του ύφους. Ο ήχος που προκύπτει απ’ τις επαναλαμβανόμενες σμικρύνσεις (“λαλίτσα”, “φωνούλα”, “καθρεφτάκι”, “κοριτσάκι”,“κουκλίτσα” κ.ά.), γίνεται ενοχλητικός και προσδιορίζει αδυναμία του συγγραφέα να συλλάβει και να μας μεταδώσει το συναίσθημα της τρυφερότητας και αθωότητας με πλοκή λόγου και εσωτερικότητα μεγέθους κι όχι, όπως πράττει με εξωτερικές σμικρύνσεις, που και δεν ανταποκρίνονται σε καμία οπτική, ή άλλη υπονοούμενη και μεταφυσική, πραγματικότητα. Οι σμικρύνσεις αυτές, που μόνον από Έλληνες συγγραφείς συμβαίνουν, φαινομενικά διευκολύνουν τους συγγραφείς να περιγράψουν ένα μέγεθος, αλλά στην ουσία, τους σακατεύουν το γραπτό τους και αναδεικνύουν την αδυναμία τους να εικονογραφήσουν εκ των έσω τα μεγέθη κι ίσως ακόμα, αναδεικνύουν και μια διάθεση προχειρότητας, βιασύνης που τους διακατέχει, όταν επιβαρυντικοί απ’ τον συναισθηματικό τους κόσμο, θέλουν να τον εκφράσουν, να το εκβάλλουν από μέσα τους γρήγορα ως μία πράξη ανακούφισης. Αδιάκοπα, προειδοποιώ γι’ αυτόν τον συγγραφικό κίνδυνο των σμικρύνσεων των λέξεων, που τείνει να γίνει πια κατάρα των ελλήνων λογοτεχνών. Αναρωτιέμαι γιατί οι Έλληνες συγγραφείς δεν αντιλαμβάνονται πως δεν επιτρέπεται, λογο-τεχνικά, να εκβιάζεις την συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη, αλλά να τον πείθεις να συμμετέχει στην συναισθηματική σου παρότρυνση. Στον ρόλο του λογοτέχνη, θα πρέπει να είμαστε τεχνίτες του λόγου κι όχι εκβιαστές συναισθημάτων, αφού δεν παίζουμε ρόλο ιεραπόστολου που προσπαθεί να προκαλέσει δέος και οίκτο, για να “κατασκευάσει”πιστούς. Μολονότι δεν είναι τόσο οδυνηρά τα πράγματα σ’ αυτό το διήγημα του Βασιλακάκου, αφού το σώζει φιλοσοφικά, ευρηματικά κι υπονοούμενα, κρίνω πως έπρεπε να αναφερθώ σ’ αυτό το ελάττωμα, γιατί αν το προσπερνούσα, θα το “καθιέρωνα” κι ως αμελητέο συγγραφικό σφάλμα, ενώ είναι καταστροφικό στην ερπυστική διαδρομή του.
Το διήγημα «ενύπνια, οράματα και θάματα», όπως εισαγωγικά διευκρινίζει ο συγγραφέας, δεν του ανήκει. Μας εξηγεί πως αυτή η διήγηση ανήκει στον μετανάστη Κώστα Κλωνή και την οποία ο μαγνητοφώνησε το 1991 και παραθέτει στο βιβλίο του σχεδόν αυτούσια. Θεωρώ πως ήταν λάθος του Βασιλακάκου να εντάξει στο βιβλίο του, ένα τόσο κακόηχο και όχι σημαντικό κείμενο που μάλιστα δεν φέρει αυτός την ευθύνη της συγγραφής του, και γι’ αυτό ακριβώς διπλά ευθύνεται! Φέρει την ευθύνη μιας κακής επιλογής, συναισθηματικά κινούμενος, και φέρει και την ευθύνη του ό,τι εντάσσει στο βιβλίο του τον λόγο κάποιου άλλου και τον επιβάλλει στον αναγνώστη, ο οποίος αναγνώστης προσπαθώντας να αντιληφθεί την σκοπιμότητα μιας δημοσίευσης που δεν ανήκει στον συγγραφέα, υποχρεώνεται να το διαβάσει και να υποστεί ένα κακό από κάθε πλευρά κείμενο. Γιατί άραγε ο εκλεκτός αυτός συγγραφέας Γιάννης Βασιλακάκος, πήρε επάνω του το ρίσκο της δημοσίευσης ενός τόσο κακόφωνου, πλαδαρού, κι όχι σημαντικού θέματος, γραπτού, δέκα ολόκληρων σελίδων και μάλιστα στο διασαφητικό του σημείωμα, σχεδόν δοξολογεί την διανοητική δύναμη αυτού του μετανάστη;! Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα, αλλά υποπτεύομαι πως ο Βασιλακάκος τραυμάτισε το βιβλίο του μ’ αυτό το λάθος, αφ’ ενός κινούμενος συναισθηματικά κι αφ’ ετέρου επειδή, ίσως, θεώρησε πως η αφήγηση αυτή του μετανάστη έχει νοηματικά φιλοσοφική προέκταση και εντάσσεται στο γενικό υπονοούμενο που προκύπτει από «της Χλόης τα απόκρυφα».
Η συλλογή διηγημάτων κλείνει με την φανταστική συνάντηση του μετανάστη μ’ έναν εθνικό ποιητή, τον Κωστή Παλαμά· («συνάντηση με τον Παλαμά»). Αν και ευρηματικά ευστοχεί, δεν είναι απ’ τα καλλίτερα της συλλογής· είναι κραυγαλέα μελό και υποτονικού ύφους με μάλλον άστοχες επικριτικές αποχρώσεις που παραπέμπουν σε μια γκρίνια, αδικαιολόγητη για έναν θαυμαστά διεισδυτικό συγγραφέα σαν τον Γιάννη Βασιλακάκο· έναν συγγραφέα που στέκει στο ίδιο βάθρο υπεροχής με τους κλασσικούς συγγραφείς και τους ελάχιστους εκείνους σύγχρονους εκλεκτούς της ελληνικής πεζογραφίας∙ (Νίκο Γαλάζη, Έλλη Ρόζου, Άνθη Βέργη, Γρηγόρη Χαλιακόπουλο, Γεράσιμο Τσάκαλο, Νότη Κύταρη, Γιάννη Βραχίμη, Κωστή Βερόπουλο, Γιώργο Οικονόμου, Μανόλη Πράτσικα, Κώστα Βαλέτα και μερικούς ακόμα που διαφεύγουν της μνήμης και της γνώσης μου).Αναγκαία θα διευκρινίσω εδώ, πως όλοι αυτοί οι μεγάλοι συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου και του Ντοστογιέφσκι, έκαναν τα συγγραφικά τους λάθη είτε στους χειρισμούς του θέματος, είτε στους χειρισμούς του ύφους. Παρ’ εκτός ίσως του Νικολάι Γκόγκολ και του Άντων Τσέχωφ, όλοι οι άλλοι έχουν σε κάποια έργα τους ένα κάποιο συγγραφικό σφάλμα. Συμβαίνει λοιπόν και είναι εγκληματικό μόνον όταν επαναλαμβάνεται κι όταν καθιερώνεται ως τρόπος σκέψης του συγγραφέα. Εκείνοι που απέδειξαν με το σύνολο του έργου τους πως δεν υποτάχτηκαν στην όποια λανθασμένη συγγραφική συμπεριφορά, τοποθετήθηκαν στο βάθρο των συγγραφέων που νίκησαν την κριτική αμνησία του χρόνου. Το ίδιο απέδειξε κι ο Γιάννης Βασιλακάκος, τόσο στα περισσότερά του διηγήματα, όσο και στο μυθιστόρημά του «Το κόλπο».Ο Γιάννης Βασιλακάκος φιλτράρει τα γεγονότα μέσα απ’ την φιλοσοφική του σκέψη και ως εξαίρετος τεχνίτης του λόγου, προσφέρει το απόσταγμα τους, πολύ δυνατό, όχι ως βάλσαμο, αλλά ως πικρό, συχνά επικίνδυνο, φάρμακο θεραπείας για τις ειδικές εκείνες αρρώστιες της ανθρώπινης ύπαρξης που προκαλούνται από μυστικές συγκρούσεις· αποχωρισμοί συνειδήσεων πρώτα κι ύστερα αποχωρισμοί τόπων, μορφών, συνθηκών. Αποχωρισμοί που εξελίσσονται σε νόστους και νόστοι που εξελίσσονται σε αμνησίες, γιατί κάθε αποχωρισμός κρατά έναν “χρόνο κενού”, που όσο προσπαθείς να τον γεμίσεις με θύμησες, τόσο και περισσότερο αυτός αδειάζει απ’ αυτές, συλλέγοντας νέα συμβάντα, που εσύ σ' αυτά δεν συμμετέχεις. Ο μετανάστης μοιραία θα αιφνιδιαστεί, θα απογοητευτεί, και τελικά κάποτε θα αντιληφθεί πως κινήθηκε μεταξύ δύο “χρονικών κενών” – εκεί που πήγε, θυμόταν αυτά που άφησε πίσω του, άρα δεν ταυτίστηκε με το «εκεί», κι όταν επιστρέψει στο σημείο απ’ όπου και ξεκίνησε την φυγή του, διαπιστώνει πως αυτό δεν τον περίμενε· το σημείο εκκίνησης του μετανάστη, έχει μετακινηθεί, έχει δηλαδή εξελιχθεί, που σημαίνει έχει μεταλλαχθεί σε άλλος οργανισμός. Αυτά τα δύο “χρόνου κενά”, λειτουργούν μόνον στις ανθρώπινες ψυχές, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κενό, ούτε καν χρόνος προσδιορισμένος – ο χρόνος είναι αέναος κίνηση που ποτέ δεν σταματά και ποτέ δεν χάνεται, και το κενό είναι απλώς ασαφές με δυσδιάκριτα και δυσδιάλυτα τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων στοιχείων. Αλλά για τον άνθρωπο τα όρια του, ο χρόνος του, ο τόπος του κι όλα αυτά που τον κάνουν κτήμα των άλλων και που τον κάνουν να προσπαθεί να κάνει κτήμα του τους άλλους, δεν είναι παρά η μνήμη του. Ο άνθρωπος είναι ολόκληρος η μνήμη του – και η αμνησία του μνήμη είναι. Ο Γιάννης Βασιλακάκος στα διηγήματα του αποκαλύπτει ουσιαστικά, την απάτη της μνήμης, αλλά και την γοητεία, και τον πόνο αυτής της απάτης.
Ο Γιάννης Βασιλακάκος, συν όλων των εξαίρετων στοιχείων της γραφής του, που όσο μου επέτρεψε η αντίληψη μου, εντόπισα και προανέφερα, έχει και μια ακόμη συγγραφική δύναμη που θεωρώ πως είναι και η πιο σημαντική- λειτουργεί ως αεροθάλαμος διαφορετικών χνότων. Δεν συλλέγει γεγονότα, αλλά αναπνοές ανθρώπων, που σημαίνει συλλαμβάνει εκείνη την σημαντική ιδιαιτερότητα της στιγμής της σκέψης και στην συνέχεια συρράπτει την μία στιγμή σκέψης με την άλλη, μέχρι που να δημιουργήσει ένα αρτιμελές διανοητικό σώμα, ικανό πλέον να εκφραστεί σε επαρκή χρόνο.
Συλλογή διηγημάτων – συλλογή χνότων! Κάθε παλμική αράδα τους, μια ασταμάτητη νυκτεγερσία στις περίσκιες συνειδήσεις μας.

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
-συγγραφέας
-μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
-ιδρύτρια του περιοδικού τεχνών και γραμμάτων «Αλεξίσφαιρο»
-ανταποκρίτρια πολιτιστικών ραδιοφωνίας και τηλεόρασης

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ

Ο Γιάννης Βασιλακάκος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας Λακωνίας το 1951. Σπούδασε Αγγλική και Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, από το οποίο πήρε πτυχίο Φιλολογίας, Μάστερ και Διδακτορικό. Επίσης πήρε δίπλωμα διερμηνείας και μετάφρασης από το Πανεπιστήμιο R.M.I.T.
Έχει δημοσιεύσει 10 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, δοκίμια/κριτικές), ενώ η μεταφραστική του παραγωγή ανέρχεται σε 8 βιβλία Ελληνοαυστραλών, Αυστραλών και Ελλήνων συγγραφέων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η τελευταία αυτοβιογραφία του Αυστραλού νομπελίστα Πάτρικ Γουάιτ, Ψεγάδια στον Καθρέφτη.
Έργα του Γιάννη Βασιλακάκου έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά και κινέζικα και διδάσκονται σε λύκεια και πανεπιστήμια αγγλόφωνων χωρών.

24 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 2010















 

«ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΔΥΣΛΕΞΙΑ ΣΟΥ» ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Κατερίνα Ν. Θεοφίλη στην Κυπριακή ραδιοφωνία το 2010

 «ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΔΥΣΛΕΞΙΑ ΣΟΥ»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

στην Κυπριακή ραδιοφωνία το 2010


Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος από τους ουσιαστικότερους Έλληνες πεζογράφους, καταφέρνει με το καινούργιο του μυθιστόρημα να αναμοχλεύσει συνειδησιακές στάχτες και να αναζωπυρώσει ιστορικές αξίες, επιλέγοντας την νήσο Χίο ως έδαφος αμειψισποράς διανοητικών στοιχείων.

Οι ιστορικές καταγραφές περνούν μέσα από μια ερωτική υπόθεση που δείχνει να έχει, πέρα απ’ την συναισθηματική της ύφανση, πολιτικοκοινωνική βαρύτητα.

Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος πάντα εικαστικός και μυθοπλάστης, τολμά συγγραφικά, να συνδέσει τις τρειςανθρωποκεντρικές χρονογραμμές (παρελθόν, παρόν, μέλλον), αποδεικνύοντας έτσι, την κυκλική κι αέναη τροχιά του χρόνου και πώς μέσα σε αυτήν το κάθε προηγούμενο στοιχείο συναντά το “υπόδικο” επόμενο…

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

-Αμειψισπορά = Εναλλαγή καλλιέργειας στο ίδιο έδαφος.

«Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ» Γρηγόρη Χαλιακόπουλου μυθιστόρημα - κριτική Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

 «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ» 

μυθιστόρημα Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

(εικονογράφηση Χρήστος Αντωναρόπουλος)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ 

«Η καρδιά του δότη»: ένα λειτουργικό υπερκινητικό σώμα όπου κάθε μέλος του έχει την αυτονομία κι αυτοτέλεια του, υπό την ηγεμονία μιας διανοητικής αρχής, που ονομάζουμε υπονοούμενα: «Δότη».
Έχουμε αυτοτέλεια μικρών αφηγήσεων συνδεδεμένων σε μία κινητική βάση. Αφηγηματικός λόγος που σταδιοδρομείται και ολοκληρώνεται τόσο στο κάθε του στάδιο όσο και στο ενωτικό του μέρος.
Ο λόγος του Χαλιακόπουλου, υπονοεί, εκπλήσει, αλλά πάντα αποσαφηνίζει την πλοκή των νοημάτων, των συναισθημάτων και των συμβόλων του. Αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, τον ταράζει, τον προβληματίζει κι ύστερα να τον καθησυχάζει σαν ένα «ουφ ανακούφιση» (όπως ο ίδιος σημειώνει).
Όλες, ανεξαιρέτως, οι εικόνες του, ερμηνεύουν συναισθήματα. Εικονογράφηση συναισθημάτων, και μάλιστα συσπειρωμένη – Το έργο σε “κρατά”, σε ανατριχιάζει αράδα, αράδα, λέξη λέξη. Σε κάνει να χαμογελάς και ταυτόχρονα να βουρκώνεις και μέσα από όλην αυτήν την αναγνωστική διαδικασία, ψάχνεις να εντοπίσεις τον δικό σου εαυτό στις δικές σου μνήμες. Το βιβλίο, σε ωθεί να επιστρέψεις στον δικό σου χωρόχρονο, να συναντηθείς με όσα ξέχασες, με όσα τελικά δεν άντεξες να θυμάσαι.
Ο Χαλιακόπουλος, ίσως προτίθεται, με την γραφή του να προκαλέσει τον αναγνώστη να συναντηθεί με τα όσα ξέχασε και με τα όσα δεν αντέχει να θυμάται. Ίσως, στοχεύει στο να ψάξουμε μέσα από εμάς, για να αναθεωρήσουμε εμάς, και να βρούμε εμάς. Να βρούμε δηλαδή τις διδαχές μας, ότι βιώσαμε, κι ό,τι θεωρήσαμε πως βιώσαμε μέσα από κληρονομικές μνήμες – να τις επανεξετάσουμε, άλλες να αναιρέσουμε, άλλες να ξαναοικοδομήσουμε, σαν υλικό δηλαδή∙ τεμάχια διανοητικής ύλης, για να οικοδομήσουμε ένα τοίχο που όμως όχι θα μας χωρίσει από τον εαυτό μας, αλλά θα μας δώσει μία κορυφή - την κορυφή της γνώσης για το πώς συντελέσθηκε τελικά αυτό το «υπαρξιακό μας κακούβι» και κατά πόσο είμαστε ασφαλείς μέσα σ’ αυτό. Μας υποδυκνύει μια μέθοδο: Να μην σταθούμε στις απτές μόνον μνήμες, αλλά να οπισθοβολίσουμε στο παρελθόν, στην “καρδιά του δότη” – να ακούσουμε δηλαδή τους κτύπους της καρδιάς του “δότη” – με την έννοια της υπαρξιακής απαρχής μας.
Ο Χαλιακόπουλος ενδιαφέρεται για την «βάση της γνώσης». Επιμένει σ’αυτήν την κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του αποκτά κοινωνική πλέον σημασία κι αξία. Για παράδειγμα: δείχνει τον τρόπο που ο κεντρικός ήρωας κόβει τους εθισμούς, αφού πρώτα έχει υποστεί το μαρτύριο των εθισμών. Εξετάζεται ο τρόπος που έχει πέσει μέσα σε εθιστικές ουσίες και ταυτόχρονα εξετάζεται το διαδικαστικό να κοπούν αυτοί οι εθισμοί, αλλά τελικά τι μένει; μένει ένα κενό; είναι ένας χρόνος που κάποιος μπλέκει στην περιπέτεια αυτή κι όταν τελικά απαλάσσεται απ’ αυτήν την περιπέτεια, μένει ένα κενό; κενό ασφαλώς δεν υπάρχει, το κενό είναι ασαφές, αλλά ας υποθέσουμε αυτή την στιγμή για την βοήθεια του λόγου, να πούμε ότι υπάρχει κενό. Το κενό λοιπόν σημαίνει «καταρρέω», σημαίνει «δεν υπάρχω», σημαίνει ότι αυτός ο χρόνος δεν υπήρχε, πράγμα αδύνατον, άρα λοιπόν κάτι πρέπει να μείνει απ’αυτήν την περιπέτεια. Τι μένει απ’ αυτήν την περιπέτεια; Μένει η γνώση! Ο Χαλιακόπουλος λοιπόν προτίνει να εξεταστεί αυτή η γνώση, να μην πάει χαμένος αυτός ο καιρός, που εθιστικά πολτοποίησε μια οντότητα.
Μολονότι σαν συγγραφέας δεν προτίθεται να γαλουχίσει και να διδάξει και να διαμορφώσει συνειδήσεις, εντούτοις επιτυγχάνει να προκαλέσει γνώση ή καλλίτερα να παρακινήσει τον αναγνώστη να ερευνήσει το «υπάρχω» του και το «υπάρχειν» των απέναντί του και κυρίως να αξιολογήσει θετικά τον όποιον “αρνητικό χρόνο” του και να καρπιστεί απ’ αυτόν.
Το να παρακινεί τον αναγνώστη σε ευρύτερη γνώση ζωής, δεν είναι στις ενακτήριες προθέσεις του Χαλιακόπουλου, αλλά έπεται των γεγονότων κατά την συγγραφική διαδικασία επεξεργασίας νοημάτων.
Στην «καρδιά του δότη» είναι φανερή η πρόθεση μνημόνευσης του χρόνου του συγγραφέα, αλλά και αυτολύτρωσης του απ’ αυτόν. Ωστόσο, με εντυπωσιακούς συγγραφικούς ελιγμούς, διαφοροποιείται τελικά απ’ την ατομική εκτόνωση, κρατά αποστάσεις συγγραφικής ασφαλείας από εγωπαθείς αφηγήσεις και χρησιμοποιώντας τις μνήμες του επιτυγχάνει να επεκταθεί σε μια φιλοσοφική κι εικαστική ενατένιση του κόσμου.
Υπερπηδά την παγίδα του προσωπικού στοιχείου και ενσωματώνει στον κεντρικό ήρωα του έργου, στοιχεία τέτοια, που να τον παρουσιάζουν ως αντιπρόσωπο πολλών ανθρώπων κι όχι μόνον του εαυτού του - ο κεντρικός ήρωας διασπάται και πολλαπλασιάζεται και διαχέεται κι εντέλει συννενούται με τον κόσμο.
Ο Θάνατος μέσα στο βιβλίο του Χαλιακόπουλου διαπερνά απαλά, εικαστικά, συμβολικά, υπονοούμενα και ηχητικά τον κορμό του κειμένου και γίνεται μια υποσυνείδητη συναισθηματική εγρήγορση, χωρίς μελοδραματικές κραυγαλεότητες που ακυρώνουν την νοηματική ουσία. Έτσι έχουμε τον θάνατο ως μία ανακύκληση στοιχείων ζωής και συνεπώς συμπαντική ενέργεια, κι όχι ως μία εξωτερικά πένθιμη εκδήλωση που υδηλώνει παύση και απενέργεια.
Αντιμετωπίζει τον Θάνατο ως μια οργανική κατάσταση ανακυκλωτικής διάσπασης που ελευθερώνει στοιχεία μνήμης ή και δημιουργεί στοιχεία μνήμης.

Τον Χαλιακόπουλο τον αφορά η αρμονική σχέση ύφους – πλοκής. Η νοηματική μπαίνει μέσα στην τεχνική κι η τεχνική μέσα στην νοηματική, δεν δουλεύει δηλαδή η μία σε βάρος της άλλης. Βλέπουμε λοιπόν τραγικές υφάνσεις σαρκαστικής εύθυμης θλίψης∙ μια ικανότητα αντίθεσης, που συναντάμαι κυρίως στον Γκόγκολ. Βλέπουμε επίσης ένα παιχνίδι διάσπασης και ένωσης ταυτόχρονα, εικόνων, ήχων και νοημάτων που συναντάμαι στις διηγήσεις του Τσέχωφ. Ο τρόπος που ο Χαλιακόπουλος, χειρίζεται τα του Θεού, και δεν μιλώ ως προς το ύφος, αλλά ως προς το νοηματικό πια βάρος, την φιλοσοφική επεξεργασία, μας παραπέμπει σε Ντοστογιέφσκυ. Παραταύτα η γραφή του Χαλιακόπουλου δεν δηλώνει επιρροές- τουλάχιστον συνειδητές∙ υποθέτω, ότι αυτός ο συγγραφέας συναντήθηκε μέσα στο χωρόχρονο με αυτούς τους μεγάλους συγγραφείς, επειδή ο ίδιος έχει κατακτήσει τα «μέσα έκφρασης» και κυρίως έχει την ικανότητα να κινείται στον βιωμένο και μη βιωμένο χωρόχρονο με περισυλλογή, αντίληψη, αίσθηση και διαίσθηση.

Το βιβλίο, είναι 330 σελίδες και γίνεται αυτόματα βαρύ, από πλευράς αφήγησης γεγονότων. Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, ως πολυδιάστατα αυτοβασανιζόμενος συγγραφέας μπορεί και διαχειρίζεται τέτοιον όγκο λέξεων∙ τις στήσει ηχητικά και νοηματικά στις απαιτούμενες διανοητικές δόσεις, ώστε να μην αγανακτήσει ο αναγνώστης. Ικανότητα, που όπως ξέρουμε, είχαν ο Τολστόι, ο Δουμάς, οι αδελφοί Μπροντέ, ο Ουγκώ, ο Ντοστογιέφσκυ και άλλοι σημαντικοί, αλλά σε ότι αφορά στην υπαρξιακή λογοτεχνία, εστιάζουμε στον Ντοστογιέφσκυ που ο λόγος του ήταν διακλαδωτικός. Ο Χαλιακόπουλος συναντάται με τις προθέσεις του Ντοστογιέφσκυ, αλλά μεταχειρίζεται μια απαλότητα ευθυμίας που σαν τούλι σκεπάζει τα τραγικά του στοιχεία κι ανακουφίζει την αναγνωστική αντοχή. Αξιοσημείωτο, είναι το ότι η ευθυμία αυτή, δεν κατεβάζει τα κείμενα σε επίπεδα κουτσομπολιού ή ενός χλιαρού γέλιου. Είναι αυτό που λέμε «φιλοσοφιμένο χιούμορ», «προσεγμένο χιούμορ». Αυτό λοιπόν υποβοηθά ως στοιχείο, να πέρνει αναπνοές ο αναγνώστης, να διασπάται η ένταση του μέσα στις εικόνες∙ καθώς νιώθει το τραγικό να τον βαραίνει, αυτόματα αυτές οι αναπνοές τον βοηθούν ώστε να μπορεί να ολοκληρώσει την ανάγνωση του όγκου του βιβλίου.
Είναι ολοφάνερο, ότι ο Χαλιακόπουλος, ήθελε μέσα στον χρόνο ενός βιβλίου να τοποθετήσει τον χρόνο του, τον χρόνο του κεντρικού του ήρωα, που ως φαίνεται ήταν πολύ μεγάλος, έχει πολλά γεγονότα δηλαδή. Παρακινδυνευμένο συγγραφικό εγχείρημα, αλλά τελικά καταφέρνει τα πάρα πολλά γεγονότα να τα συσφίξει, να τα δώσει ως μικρές αυτοτελείς αφηγήσεις και παράλληλα να κάνει όλο αυτό το δέσιμο το εικαστικο και το νοηματικό και το ηχητικό, προσεγγίζοντας την μέθοδο του Νικολάι Γκόγκολ αυτήν, των αντιθέσεων της σαρκαστικής εύθυμης θλίψης.
Ανεξαρτήτως του ότι συγγραφικά επιτυγχάνεις, θεωρείς πως ο κεντρικός ήρωας του έργου σου εξυπηρετήθηκε τελικά απ’ την κατάθεση όλων αυτών των γεγονότων ή μήπως υποπτεύεσαι πως μπορεί και να αδίκησες το προφίλ του καθώς επεκτείνεσαι και στους συμπρωταγωνιστές του δίνοντας τους περισσότερο “χώρο” απ’ όσο τους αναλογεί, επί σκηνής...;

«Η καρδιά του δότη» είναι μια ολική πράξη αμφισβήτησης του γνώριμού μας «είμαι» και μία ριψοκίνδυνη αλλά επιτυχής διείσδυση στην κινητήριο σύσταση της ύπαρξης μας, καταλήγωντας σε ένα «δεν είμαι μόνο εγώ, αλλά είμαι και ο δότης των ιδεών και των συναισθημάτων μου»
Έχουμε έναν εσωτερικά άναρχο λόγο. Υπαρξιακός, ποιητικός λόγος. Έχουμε ποιητικές εντάσεις, νοηματικές πυκνώσεις, μια εικονογραφημένη ηχητική. Το να εικονογραφεί ο Χαλιακόπουλος, τα αρώματα της μνήμης, είναι πραγματικά εκπληκτικό, αλλά το ότι κατορθώνει να εικονογραφεί και τον ήχο της μνήμης, είναι υπερβατικό.
Λογοπλάστης, με υπονοούμενο λόγος - ύφανση φιλοσοφικής ειρωνίας. Αλλά η υπέρβασή του είναι το ότι κατορθώνει να εικονογραφεί τον ήχο της μνήμης. Δηλαδή συλλαμβάνει εσώτερους ήχους μνήμης, άλλων ανθρώπων, άλλων καταστάσεων, δηλαδή συνέχεια αφουγκράζεται ! Αφουγκράζεται πράγματα, που δεν μπορούν να διασωθούν μες στην μνήμη, ακριβώς γιατί η ατομική μνήμη δεν τα κατέκτησε ως βιωματικό χρόνο. Αυτή λοιπόν η δύναμη που έχει να εικονογραφεί αυτόν τον αφουγκρασμό της μνήμης είναι υπερβατική!
Το βιβλίο «η καρδιά του δότη» λειτουργεί ως η ουσία λουμινόλ ή λουμινόλη. Η λουμινόλη είναι χημική ουσία που εμφανίζει το κρυμμένο αίμα∙ όταν συμβαίνουν φόνοι και καθαρίζουν οι δολοφόνοι το αίμα, υπάρχει αυτή η ουσία, που απλώνοντας την επάνω στις καθαρισμένες επιφάνειες αμέσως δείχνει αν εκεί προυπήρχε αίμα – παρουσιάζοντας πράσινη απόχρωση -. Μου έδωσε λοιπόν την εντύπωση, το βιβλίο του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, ότι λειτουργεί κυριολεκτικά σαν λουμινόλη∙ δηλαδή εμφανίζει το κρυμμένο “αίμα”∙ η λέξη πια αίμα σε εισαγωγικά, το αίμα της μνήμης.
Η καρδιά του δότη, μεταμοσχεύει μνήμη συνείδησης στον απαλοτριωμένο από αμνησία καιρό μας κι όσο υπάρχουν δότες «μνήμης συνείδησης» μπορούμε να ελπίζουμε σε λίγες ακόμα ανάσες...αρκετές για να δικαιολογήσουμε τον μοριακό μας ρόλο και να υποθέσουμε πως «τίποτα δεν χάνεται».
Αφουγκρασμός συνείδησης, η γραφή του Χαλιακόπουλου, θωπεύει τις σβησμένες αναπνοές του χρόνου και εικονογραφεί την αγωνία τους να ξαναυπάρξουν παλμικές στο ρέκβιεμ του ανθρώπου...
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ:
Μαγνητοφωνημένες κριτικές σημειώσεις της Κατερίνας Ν. Θεοφίλη για το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ»
Μαγνητοφώνηση Νοέμβρης 2007
Απομαγνητοφώνηση Απρίλης 2009
Οι κριτικές σημειώσεις, ακούστηκαν στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις της «Ελεύθερης Δημιουργικής Ομάδας» στο Θησείο το 2007.

Ολοκληρωμένο το κείμενο ακούστηκε στο βιβλιοκαφέ "Εναστρον" τον Ιούνιο 2009 σε εκδήλωση -αφιέρωμα στην συνολική λογοτεχνική δράση του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, που διοργάνωσε το περιοδικό "Αλεξίσφαιρο".

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ Ν. ΛΑΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ 18/2/2010

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ Ν. ΛΑΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ


Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη


(εκδήλωση για το έργο του Χρήστου Λαζαρόπουλου

18 Φεβρουαρίου 2010

Θεατρική σκηνή Κέντρου Εκδηλώσεων Κ.Ε.Ο


Η γραφή του Χρήστου Ν. Λαζαρόπουλου, επιγραμματικά: ‘‘Κίνηση Ηλεκτροδιάχυσης’’ – είναι εκείνη η αρτιγενής σύνθεση στοιχείων, νοηματικών και υφολογικών, που αποκορυφώνεται σ’ ένα συναισθηματικό ‘‘σάλτο μορτάλε’’· γράφει: «Αν η συνείδησή μας είναι παράδεισος, τι ασυνείδητοι οδηγοί είμαστε!»

Ο Χρήστος Λαζαρόπουλος κυριαρχεί σ’ έναν πολυσύνθετο συναισθηματικό χώρο· κατέχει την δομή του, τα στρατηγικά του σημεία, τις αδιέξοδες υπόγειες σήραγγες του, αλλά και τις μυστικές πόρτες διαφυγής που όλες τους αποκαλύπτουν φωτεινά οξυγονούχα ‘‘τοπία’’ φιλοσοφίας.

Για τον ιερογλυφικά ποιητικό Χρήστο Λαζαρόπουλο, ο συναισθηματικά λαβυρινθώδης χώρος, ανακαλύπτεται με φιλοσοφικά «μέσα» που όμως, αναγκαία προϋπόθεση είναι, η συλλειτουργία με τις κινήσεις του συναισθήματος…

Ο Λαζαρόπουλος εισβάλλει μέσα στους ρόλους, στις καταστάσεις και στα πράγματα, με έναν ταυτόσημο τρόπο!... σαν να εγκαταλείπει τον δεδομένο, οικείο του εαυτό και σαν να διασπάται το μυαλό του και να διαχέεται, περνώντας διαθλαστικά σε ένα άλλο ασύλληπτο άγνωρο «υπάρχω» του! Ένα «υπάρχω» συνεχώς τεμνόμενο (διασπαζόμενο) και συνεχώς ενιαίο (ανασυνθεμένο)! Ένα «υπάρχω» διάχυτο κι ωστόσο «συμπαντικά ακέραιο και συγκεκριμένο»!

Ένας πολύ καλός χορηγός τόπος για να κινήσουμε την σκέψη μας και να συλλειτουργήσουμε με το «αυτοβούλως ενεργών» έργο του Λαζαρόπουλου, είναι ο πολιτικο-υπαρξιακός λόγος του Τοματίς απ’ τις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του: «δημιουργώντας ένα κενό γύρω σου, αυτο-συγκεντρώνεις εξουσία». Η σκέψη του Λαζαρόπουλου έχει περάσει από αυτήν την διαδικασία· έχει δηλαδή δημιουργήσει ένα κενό ανάμεσα στην συναισθηματική, διανοητική οντότητά του και στην εξ επαφής σχέση με τις γύρω του πληροφορίες· δεν εφάπτεται με αυτές, ενώ και τις αφουγκράζεται και τις παρατηρεί ιχνηλατικά. Κατ’ αυτόν τον ευφυή τρόπο συγκέντρωσε κοσμικό υλικό, χωρίς ποτέ να ενταχθεί -ως υποταχτικός ανερμήνευτης θρησκολαγνείας - σε αυτό, ώστε και να καταστραφεί ως κριτική σκέψη.

Η ταχύτατη κριτική σκέψη του, η απίστευτα διαπεραστική παρατηρητικότητά του, η διορατική φιλοσοφική ενατένισή του στο ανθρώπινο ‘‘γίγνεσθαι’’, ένα εντυπωσιακό εγκεφαλικό διυλιστήριο – δημιούργησαν αποσταγματικά, μια ολοκληρωτικά πνευματική μεγαθυμία που μεταφράζεται ως ‘‘αυτοσυγκεντρωτική διανοητική εξουσία’’.

Ωστόσο.. μια τέτοια αυτοσυγκεντρωτική διανοητική εξουσία, αν παραμείνει έγκλειστη, δημιουργεί επικίνδυνες κυκλοθυμίες που όλες επιτίθονται προς ‘‘το έσω’’ της υπερ- διάνοιας, εκμηδενίζοντας την. (Έχω ισχυριστεί, πως ‘‘το οριακό της ευφυίας, είναι η εκμηδένιση της ίδιας της διάνοιας’’. Αυτός είναι ο τιμωρός που καραδοκεί, να αφανίσει ίσως, αυτούς που τόλμησαν να υψώσουν ανάστημα πάνω από την εικόνα των συμπαντικών πραγμάτων και να θελήσουν να σπάσουν τους κωδικούς σύνθεσής της. Η γνώση του ‘‘υπάρχω’’, όταν την αναζητήσεις και την κατακτήσεις έξω από τα απτά όρια σου, θα γίνει εχθρός σου, τόσο επίμονος, μέχρι να σε πειθαρχήσει ακόμα και αφαιρώντας σου την συγκρότηση της γνώσης. Είναι εντυπωσιακό, αλλά ο τρομερός εχθρός της γνώσης δεν είναι η άγνοια, όπως πιστεύεται, αλλά η ίδια η γνώση).

Κι έρχεται λοιπόν η λυτρωτική έξοδος αυτής της νοητικής πλειάδας, αυτού όλου του πλέον εγκεφαλικά διυλισμένου κοσμικού υλικού, με την μορφή της ποίησης…

Η ποίηση του Λαζαρόπουλου λοιπόν, ικανός οχλεύς διακίνησης της «αυτοσυγκεντρωτικής διανοητικής εξουσίας».

Ο ίδιος ο Λαζαρόπουλος, προσδιορίζει ποιητικά, ακόμα και αυτήν την προαναφερθείσα διαδικασία, γράφοντας:


«Ηνίοχος

σε άρμα σκέψης.

Με χαλινάρια ατσάλινα

να την ποδηγετώ.


...Θέλει κι΄η σκέψη τα γκέμια της».


Το γράφημα αυτό, ένα ακόμα εξαίρετο ποίημα, κωδικοποιεί την ανάγκη να τεθούν όρια στο αχαλίνωτο της σκέψης, σε μια όμως διεξοδική έκφραση «εκτός ορίων» όπως είναι η ποιητική μεγαλουργία που επάξια αντιπροσωπεύει ο Χρήστος Λαζαρόπουλος. Ο ποιητής αυτός με την εντυπωσιακά διαπεραστική αντίληψή του, δικαιώνεται κι από φιλοσοφικής κι από ιατρικής κι από λογοτεχνικής πλευράς όταν λέει ''θέλει και η σκέψη τα γκέμια της''. Άλλο σημαίνει ''Εκφράζομαι ελεύθερα'' κι άλλο σημαίνει:''Εκφράζομαι παραληρηματικά''. Η ελεύθερη έκφραση έχει να κάνει με την ''καλή κίνηση στον αιθέρα'' και η παραληρηματική έκφραση έχει να κάνει με την ''ανακύκλωση στοιχείων εμμονών ψυχασθενικών δεσμών'' και καμία σχέση δεν έχει με την ποιητική τέχνη που απαιτεί γνώση και συνειδητοποίηση, πολλαπλή οπτική θεώρηση και φιλοσοφικό ''σκανάρισμα'' όλων των στοιχείων που χρησιμοποιούνται. Ο Λαζαρόπουλος με τον λόγο του: ''Θέλει και η σκέψη τα γκέμια της'', ούτε προτείνει ομοιογένεια σκέψης, ούτε υποκριτική συμπεριφορά σκέψης, ούτε θέτει όρια στην ερευνητική σκέψη, αντιθέτως- προτάσσει την συνειδητή παραγωγή σκέψης με την έννοια της αντίληψης που εμπεριέχεται ολοκληρωτικά στην λέξη ''συν-είδηση'' · ο Λαζαρόπουλος προτάσσει με αυτόν τον λόγο του την ''συνειδητοποίηση των στοιχείων''. Ο φιλοσοφικός λόγος που χαρακτηρίζει τον Λαζαρόπουλο έχει πάντα συμπαντικές προεκτάσεις και διεισδυτικό χαρακτήρα κι ο αναγνώστης που θα τον διαβάσει μονοπλευρικά, θα χάσει την προεκτατική αξία των λόγων του. Βεβαίως λοιπόν ''η σκέψη θέλει τα γκέμια της'' αν θέλουμε να είμαστε εκφραστικά συνειδητοποιημένοι και συνειδητά ελεύθεροι και όχι ανακυκλωτές της ‘‘έσω φυλακής’’ μας - ενός δηλαδή ασυγκρότητου, αστοιχείωτου, ανεξερεύνητου υποσυνείδητου μικρόκοσμου που εκτοξεύει ακατέργαστα, άμορφα τα στοιχεία του προς τα έξω με αποτέλεσμα μια βέβαιη ‘’αυτοκτονία’’ σκέψης.

Ο λόγος λοιπόν του Λαζαρόπουλου ‘‘και η σκέψη θέλει τα γκέμια της’’ είναι αλληγορικός, πολυπλευρικός και προεκτατικός και σαφέστατα δεν παραπέμπει σε δέσμια έκφραση αλλά σε συνειδητοποιημένη έκφραση. Ένα ατισάθευτο άλογο (όπως είναι η σκέψη του ανθρώπου λόγω των πολλών πληροφοριών που λαμβάνει), αν δεν του συγκρατήσεις με γκέμια την ορμητική του ταχύτητα θα γκρεμιστεί. Θα περάσει δηλαδή η σκέψη στο εκμηδενισμένο, αν όχι μηδενικό, εκείνο ‘‘τέλος’’ της λογικής(με την έννοια της συνειδητότητας της λέξης ‘‘λογική’’), θα στασιμοποιηθεί δηλαδή όμοια με τον οπαδό τού ‘‘πίστευε και μη ερεύνα’’ σε αποστολή αυτοκτονίας.


Δρομολογηθήκαμε λοιπόν στην νοητική και νοηματική διεργασία της ποίησής του και θα πρέπει τώρα να προσεγγίσουμε στο μορφικό αποτέλεσμα αυτής της πορείας του – Να αντιληφθούμε ποια είναι τα εκφραστικά «μέσα» του που μας υποχρεώνουν να τον υποδεχθούμε ως πρωτοπόρο και να τον φανταστούμε στο έδρανο των ποιητών του μέλλοντος.

Ο Χρήστος Λαζαρόπουλος κάνει την φιλοσοφική ανατροπή, εισάγοντας τον «αποσιωπητικό λόγο» και μάλιστα, στηριζόμενο σε πλήθος εικαστικών και μουσικών πεδίων. Έτσι η νοηματική του, όχι απλώς λαμβάνει απρόβλεπτες διαστάσεις, αλλά και πολυποίκιλες διασπάσεις και διαχύσεις….! Αν μπορούσαμε να φανταστούμε έναν διαθλαστικό – κι ωστόσο μη ορατό – κόσμο, απαρτιζόμενο αφ ενός από μεσοαστρική ύλη και αφ’ ετέρου, από σχηματοποιημένα στοιχεία του υπαρκτού ορατού μας κόσμου, θα μπορούσαμε ίσως να αντιληφθούμε την άλλη ποίηση που έπεται των καιρών. Ο Χρήστος Λαζαρόπουλος, ως ιχνηλάτης ποιητής αντιλαμβάνεται και ανασηκώνει το βάρος της απουσίας, εστιάζει στο επίκεντρο της απώλειας σ’ ένα συμπαντικό διηνεκές, και εικονογραφεί το ‘‘τοπίο’’ που η απουσία-απώλεια, κινείται ως στοιχείον υπάρχον!

Θαυμαστά στο λόγο του, η εικόνα αναρριχάται πάνω στον ήχο κι αντιστρόφως. Εντυπωσιακό εναγώνιο παιχνίδι όπου η μουσικότητα των λέξεων ζωγραφίζει και η εικονογράφηση των λέξεων συνθέτει μελωδίες! Τι είναι όλο αυτό της ποίησής του το αλληγορικά μαγευτικό, που παραπέμπει σε πλεκτάνη Ολύμπιας Θεϊκής σκέψης; Είναι η γέννα της Γαίας Σκέψης που γεννά Ολύμπιους κυρίαρχους, αλλά και Κύκλωπες συναισθημάτων και Τιτάνες δυναμικής οργής!

Ο Χρήστος Λαζαρόπουλος εγκυμονούσε τον κόσμο κι η ποίησή του είναι πράξη να ξεγεννήσει με τα δόντια τον καιρό, να αφουγκραστεί τους ‘‘έσω’’ πόνους.

Η γραφή του είναι νοηματικά ανυπόταχτη, διανύει χιλιόμετρα σκέψης ακατέργαστων ανεντόπιστων στοιχείων!

Ο ποιητής αυτός περικυκλωμένος από το ‘‘απτό’’ και το ‘‘λίγο’’ του βιωμένου μας κόσμου, κάνει μια πολλαπλασιαζόμενη κινητική, ποιητικά αυτιστική πράξη κι αναβαθμίζει το ‘‘λίγο’’ σε υπέρτατο και το ‘‘απτό’’ σε ασύλληπτο. Δρα στον απόντα χώρο της φαντασίας ως αυτός να είναι οικείος και άρτια δομημένος… Γνωρίζει δηλαδή τους ελικτικούς μηχανισμούς της διάνοιας, τόσο ικανά, ώστε να μπορεί να ορίσει το αχανές της φαντασίας, να εξοικειωθεί με την δομή του και να συνταξιδεύσει με τα στοιχεία του.

Οι προσεγγίσεις, του Χρήστου Λαζαρόπουλου, στα στοιχεία του έσω κόσμου μας, διατηρούν το εικαστικό και ηχητικό τους «απρόσμενο» - έτσι ώστε ο λόγος του να παρουσιάζεται αιφνιδιαστικά πρωτόγνωρος… Εκεί δηλαδή που προσμένεις ως αναγνώστης, να ακολουθεί μιας απτής νοηματικά και ηχοεικαστικά λέξης μια άλλη επίσης απτή, αιφνιδιάζεσαι με μια συμπυκνωτική (εικαστική, μουσική, φιλοσοφική) ηχηρή νότα παντελώς νέας στοιχειοθέτησης. Μπαίνει δηλαδή ο Λαζαρόπουλος στο «έσω διάκοσμό» μας, κι ανασύρει από εκεί στοιχεία τα οποία συνδέει με την έξω γνώριμη εικόνα του «υπάρχω» μας.

Ένα άλλο στοιχείο με το οποίο ο Χρήστος Λαζαρόπουλος ζυμώνει τον λόγο του, είναι μία αλλόκοτη ησκιοπαρουσιαζόμενη ουμανιστική διάθεση· γράφει:

«Το δάκρυ ενός παιδιού είναι η Νυρεμβέργη του ανθρώπου.

Το δάκρυ ενός παιδιού είναι η πτώση του ανθρώπου»


Θωπεύει με την ποίησή του, τις συναισθηματικές, όσο και οργανικές πληγές του ανθρώπου, χωρίς να γίνεται κραυγαλέος και μελοδραματικός. Κινείται ως ήσκιος, όμοια μ’ εκείνο το δροσερό χέρι που ακουμπά σε φλεγόμενο μέτωπο μελλοθανάτου.

Εντυπωσιάζει αυτός ο ποιητής γιατί ενώ δείχνει περιεκτικά λιτός και εγκρατής στον λόγο του αποφεύγοντας τους συναισθηματικούς παροξυσμούς και τις νοηματικές εντάσεις, αφήνει αιφνιδιαστικά πίδακες άμετρης αγάπης διάχυτης και προς όλες τις κατευθύνσεις. Προσδιορίζει την εντύπωση, ως μέσα του να είναι φυλακισμένο ένα μίγμα μεταλλικών κραυγών που πάλλονται, αναζητούν έξοδο έκφρασης και εν τέλει, ραγίζουν τα κρανιακά τοιχώματα, εκρήγνυνται σχηματίζοντας ποτάμι λάβας που γράφει ‘‘αγαπώ’’ … κι όταν η λάβα παγώνει, μετασχηματίζεται σε μια γοητευτικά ζοφερή αδιαπέραστη ύλη σιωπής με τα σημάδια της διαδικασίας έκρηξης πάνω της.

Ο Χρήστος Ν. Λαζαρόπουλος έχει συνθέσει τον εαυτό του από τα πάντα!..κι ο ίδιος πια δεν είναι ένα σύντομο και προκαθορισμένο «Εγώ», αλλά ένα μεγάλο κομμάτι του «Όλου».

Ο ποιητικός λόγος, δεν είναι παρά η καταγραφή της σύστασης του εκάστοτε δημιουργού – ψηλαφίζοντας την ποιητική του Λαζαρόπουλου βλέπουμε την σύσταση του κι εδώ εντυπωσιαζόμαστε από το ό,τι δεν έχει περιοριστεί σε μια ιδέα, σε μια πράξη, ένα συναίσθημα… δεν έχει περιχαρακωθεί σ’ ένα όποιο εύρημα ζωής και σε μία στάση ζωής… Είναι πολυσύνθετος και πολυοραματιζόμενος (ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός).

Κάποια στιγμή μοιάζει να ρίχνει τους τόνους στους μεσαίους στίχους ενός γραφήματός του και νομίζει ο αναγνώστης πως ο ποιητής μας, επικεντρώνεται στην κοινωνική του ταυτότητα και θα μας οδηγήσει ομαλά και ανώδυνα προς την έξοδο του ποιήματος… αλλά ο απόλυτα ηφαιστειογενής και συμπαντικά διάχυτος χαρακτήρας του Λαζαρόπουλου, αιφνίδια ανατρέπει την σιγή και τον ψίθυρο, δημιουργεί κρεσέντο συναισθηματικών και φιλοσοφικών σπαραγμών, τσαλακώνει έως κομματιάζει την κοινωνική καλοστεκούμενη φόρμα των πραγμάτων, αδιαφορεί για τις υποκριτικές και βολικές ισορροπίες, ανατρέπει και ανατρέπεται μέσα στον κοινωνικό κλοιό, με άνεση ζογκλέρ υπερβαίνει τα δεδομένα εφησυχασμένα κοινωνικά ύψη … και παίζει με την ονειρική διάσταση άλλοτε σαν απείθαρχο παιδί που ερευνά την ύλη του σύμπαντος κόσμου σχίζοντας τις δεδομένες διδαχές, κι άλλοτε σαν δράκος που ανατρέπει το ‘‘λίγο’’ και το ‘‘ασφαλές’’ ρουφώντας τις ίδιες του τις φλόγες ·

 «Τι θα γίνεις άμα μεγαλώσεις;»· αναρωτιέται ποιητικά ο Χρήστος Λαζαρόπουλος

— «Παιδί!» · καταλήγει ενθουσιωδώς… απελπισμένα!



Θα έλεγα έτσι απλά – όσο και με Κασσανδρικό σπαραγμό και δέος - πως εδώ δίπλα μας, κερδίζουμε, αγγίζουμε εκείνον τον ιερό ποιητικό λόγο που θα του υποκλιθεί η ιστορία της τέχνης· συνομιλούμε με έναν ποιητή που θα ζει στους αιώνες… Έχουμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε μαζί του στον μέλλοντα χρόνο ως στοιχεία πλάι του που τον αναγνώρισαν και τον αγάπησαν…

Όταν μπορείς να δεις τον όποιον διανοητικό και ουμανιστικό όγκο, σου προσφέρει η εποχή σου, το βλέμμα σου κινείται μπροστά από την ύπαρξή σου… Και η κάθε εποχή γεννά «αιώνιους ανθρώπους» που ξεπερνούν το τέλος της… ένας από αυτούς είναι ο ποιητής Χρήστος Ν. Λαζαρόπουλος!

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη