Translate

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ


Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη


(εκδήλωση για το έργο του Αντώνη Παπαδόπουλου – Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

βιβλιοπωλείο «Ρήγας»)


Επινοητικότερα κι από τον Καρυωτάκη, ο Αντώνης Παπαδόπουλος εντοπίζει την υπαρξιακή σκοπιμότητα της ποίησης ως "κρυψώνα ανείπωτων": «Ό,τι θα ήθελα να σου πω / πάλι με στίχους θα το πω, / γιατί το ξέρω πως δεν θα τους διαβάσεις. / Είναι καλή κρυψώνα οι στίχοι για τ’ ανείπωτα». Καταφύγιο κατά Καρυωτάκη, που σημαίνει προστασία. Κατά Παπαδόπουλο: "κρυψώνα" ενός μίγματος ιδεών, συναισθημάτων, πράξεων του ανθρώπου. Η διαχωριστική είναι λεπτή και δυσδιάκριτη, αλλά σημαντικότατη γιατί ο Παπαδόπουλος δεν θέλει με την ποίηση να προστατευτεί, να ασφαλιστεί από τα εξωγενή πυρά, θέλει με την ποίηση να έχει σχέση "συνενοχής", σχέση "συνωμοτική" για να επιτελέσουν μαζί ένα έργο άναρχης εσωτερικότητας έως σημείου ανατροπής του ατομικού κατεστημένου. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, δεν κάνει εξομολογητική ποίηση, ούτε ανθρωπιστική, ούτε καν κοινοτική. Είναι μια ειδική περίπτωση ανατρεπτικής συντεχνίας, μια εκ βάθους επιθετικότητα κι αποστροφή στα ατομικά και τα πέριξ του άξονος τεκταινόμενα (με την ολοκληρωτική Ομηρική σημασία: «συμβαίνοντα» και την αρχαιοελληνική ουσία: «τα συμβαίνοντα τα σχεδιαζόμενα με δόλο») που βρίσκει τον συνεργό στις κατακόμβες της ποίησης. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, είναι ένας ευφυής χλευαστής του ανθρώπινου είδους - δίνει τα συλλυπητήρια του στο ανθρώπινο είδος (με κορωνίδα τον εαυτό του και τους προσωπικούς του ολέθρους) με έναν υπέροχα συνθηματικό ποιητικό τρόπο. Αν θέλαμε να σχηματοποιήσουμε την ποίηση του Αντώνη Παπαδόπουλου, θα μπορούσαμε να την φανταστούμε σαν ένα μισόκυρτο βλέμμα που συγκρατεί περιφρόνηση και πολλαπλές σκέψεις επιθυμιών και συναισθημάτων.

Δεν είναι αναγκαίο να αναλύσουμε γιατί είναι φανερό το πόσο ικανός τεχνίτης της θεματολογίας του είναι· εν συντομία αριθμούμε: λόγος περιεκτικός, χωρίς πλουραλιστικά στοιχεία, χωρίς συναισθηματικές υστερίες, χωρίς άκαμπτους ηχητικούς εντυπωσιασμούς και με απόλυτη αίσθηση του περιττού... κάνει είσοδο κατευθείαν στο θέμα του χωρίς να κάνει αιμορραγούσες τομές σε ό,τι το περιβάλλει: Ας φανταστούμε το θέμα ως σώμα που ο ποιητής επεμβαίνει πάνω του χειρουργικά... άλλοι ποιητές προτιμούν τις "ανοιχτές τομές" οι οποίες δείχνουν μεν κατευθείαν την βλάβη, αλλά εύκολα μολύνονται και δύσκολα κλείνουν… Ο Αντώνης Παπαδόπουλος ανήκει στην κατηγορία «λαπαροσκοπικής χειρουργικής»· μικρή ασφαλής τομή στο θέμα-σώμα και βύθιση της διανοητικής μικροκάμερας. Κάνει επιτυχές χειρουργείο- αναίμακτο εξωτερικά, αλλά ως χειρουργικό αποτέλεσμα πολύ καλλίτερο και πολύ προσεκτικότερο απ' αυτό της ανοικτής τομής.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος ως «ο ίδιος θέμα» είναι ένας εξωτερικά αθόρυβος περιπλανώμενος στο πολύκροτο εγώ του. Συνεχώς εξετάζει το ηφαιστειογενές μίγμα του κι ο ίδιος υποπτεύομαι προσπαθεί να ελέγξει και να καταστείλει συνεχώς την έκρηξη του κι εδώ η συνωμοσία του με την ποίηση είναι που συμμερίζεται τους μυστικούς κοχλασμούς του. Ο ίδιος ο Αντώνης Παπαδόπουλος εκπέμπει μια πραότητα σε ένδυση στωικής υπομονής - αν όμως κάποιος θελήσει να σπάσει τους κωδικούς της ποιητικής του, νομίζω θα ανακαλύψει με δέος έναν φλεγόμενο και αυτοπυρπολούμενο άνθρωπο, έναν βαθύπνοα ερωτικό άνθρωπο που υποχρέωσε τον εαυτό του σε θυσίες παντός τύπου χωρίς ανατρεπτικές διεξόδους απ' αυτές κι έμεινε σε "όρια" που η ίδια του η διανοητική σύσταση κι η δική του ανθρώπινη υπόσταση δεν χωρά εντός τους. Αν δεν είχε αυτήν την εκπληκτική ικανότητα να ποιεί απ' το υλικό της φωτιάς του, υποθέτω πως θα είχε καεί και ασφαλώς θα είχε κάψει κάθε τι απ' ότι λέγεται "όριο". Αυτό το "πάρε - δώσε" του με τον άναρχο μυστικό εαυτό του στα φωτερά σκοτάδια της ποίησης, είναι η συναλλαγή του με την τοξίνη του ονείρου- της προσμονής, και είναι ταυτόχρονα η συνωμοτικά έρπουσα απόφαση σχεδιασμού για την επόμενη κίνηση αντοχής του· «Εδώ θα χτίσω ένα αυθαίρετο, σκέφτηκε ο ποιητής, κι έγραψε ποίημα»· ώστε λοιπόν βλέπουμε το «αυθαίρετο» με την έννοια της οικοδόμησης αλλά και της παραβατικής συμπεριφοράς. Και πού χτίζεται αυτή η συνειδησιακή αυθαιρεσία-το ποίημα; σε «γυμνό τοπίο κι άνυδρο».

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος αντιλαμβάνεται πως «ο κίνδυνος δεν είναι πάντα οι άλλοι» κι εικονογραφεί τον «εαυτόν» ως ύπουλη σκιά συνδεδεμένη με τα αχνάρια μας, δηλαδή την πορεία μας… Το «εγώ» και οι αφανείς συντελεστές του είτε με την δυναμική των επιθυμιών, είτε με την δυναμική αναγκών κι ορίων, μεταφράζονται σε τρομώδη απειλή· «…Τρόμαζε να βλέπει εκείνη την σκιά να σέρνεται ύπουλα πίσω του, πατώντας στα δικά του αχνάρια»…

Το σώμα εικονογραφείται ως «άδειο τσουβάλι» με το φόρτος των στιγμών ως «σαρκαστή» του. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος διασπά μοριακά το «εγώ» και διαπιστώνει πως είναι επιφορτισμένο με ό,τι πέρασε – τις στιγμές που «ακουμπώντας πάνω μας, περνούν μέσα μας» κι αυτός ο αποσταγμένος ρόλος τους είναι σαρκαστής και λοίδορος των ονείρων (όνειρα με την έννοια της ανακούφισης, της ευτυχίας).

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος, φτιάχνει ταινίες μικρού μήκους και πρωταγωνιστεί - απ’ την πλευρά ωστόσο του αφηγητή κομπάρσου. Παρατηρεί τον ήρωα και τον αναλύει, κυρίως εξετάζει τον «βηματισμό» του εκεί προς την «έξοδο» τού χρόνου του...· «Τανίζει μάταια το βήμα»· τον θρηνεί, όχι οδυνηρά μαλλιοτραβώντας τις λέξεις της ποίησης (αν μπορούμε να την φανταστούμε σαν ένα τεράστιο κεφάλι), αλλά τον θρηνεί με παγερό, θωρακισμένα εμπαικτικό κοίταγμα, με φωτογραφικό ρεαλισμό: «μια σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι, εξασφαλίζει τη σίγουρη πορεία του στο χώμα», κι αποφασίζει να του μιλήσει (μέσω της μνήμης κι όχι της φωνής) «για τους δραπέτες των παλιών κινηματογραφικών ταινιών και πως εκείνοι κατάφερναν να σπάζουν τις αλυσίδες τους στο πέρασμα του τραίνου». Και στο σημείο πια που η μνήμη είναι έτοιμη να εξελιχθεί σε ομιλία, να κάνει δηλαδή την έξοδο και την ανατροπή, ο Αντώνης Παπαδόπουλος ομφαλοσκόπος, παρουσιάζει στον αναγνώστη την ταύτιση με τον αντί-ήρωα και αυτοσαρκάζεται : «Να του μιλήσω τάχα για τις ταινίες αυτές, δείχνοντάς του τις ράγες στις παρυφές της πόλης; Κι εγώ; Τι κάνω εγώ; Τη σιδερένια μπάλα του δικού μου ποδιού ακόμα δεν έτρεξα να σπάσω».

Εντυπωσιακός πάντα ο επίλογος των ποιημάτων του Αντώνη Παπαδόπουλου, γιατί θα περίμενε κανείς ύστερα από τόση άναρχη διανοητική διεργασία στον κορμό του ποιήματος, μια αναμενόμενα εκρηκτική έκβαση, μια έξοδο των χοντρών ριζών από το χώμα… Ο Αντώνης Παπαδόπουλος όμως εξαιρετικός δύτης όχι μόνον της μορφολογίας του βυθού του ποιήματος, αλλά και της μορφολογίας του βυθού της ύπαρξης, σταματά το ποίημα στο σημείο εκείνο του εντοπισμού του «ναυαγίου»· «Τανίζει μάταια το βήμα, απορώντας με τα παλιόχαρτα που προσπερνούν, ίδιο παλιόχαρτο κι αυτός, που κανένας δε χάραξε πάνω του σκέψεις και συναισθήματα. Τανίζει μάταια το βήμα, καθώς ακόμα ο άνεμος τον προσπερνά, αντάμα με παλιόχαρτα και ξεραμένα φύλλα, απομεινάρι τώρα πλέον θλιβερό, χωρίς καμμιάν ελπίδα ανακύκλωσης»· δεν κάνει προσπάθεια ανέλκυσης του ανθρώπινου ναυαγίου… λέει τι είδε στον «βυθό», αφήνει τις «ρίζες» του κορμού του ποιήματος στο χώμα… δείχνει να ξέρει πως το «ναυαγισμένο» είναι και «απολεσθέν» κι όχι γιατί κανείς δεν το βρήκε, αλλά γιατί κανείς δεν άντεξε να ανασηκώσει το βάρος του… οι ρίζες είναι σάπιες αλλά στο χώμα δεν φαίνονται κι έτσι ο κορμός του ποιήματος παρουσιάζεται ευθυτενής αν και εσωτερικά κούφιος- με την έννοια του αυτόκλητου σαρακιού … Αυτήν την γνώση που εικονογραφεί με ρυθμική άνεση και πολυσύνθετο υπονοούμενο στοχασμό ο Αντώνης Παπαδόπουλος, την συντηρεί στην ποίησή του και στην ύπαρξη του όχι ως μία «κατάρα τύχης», αλλά ως μία υπενθύμιση εξέγερσης, τύπου: «Άρχοντα μην ξεχνάς τους Αθηναίους»· ο ίδιος ο Δαρείος είχε επιφορτίσει τον υπηρέτη του να του επαναλαμβάνει καθημερινά την φράση και τέλος ο ίδιος ο Δαρείος πεθαίνοντας, κληροδότησε αυτήν την υπόμνηση στον γιο του Ξέρξη· ομοίως ο Αντώνης Παπαδόπουλος, προσπαθεί με την συνεχή υπόμνηση, να διαβρώσει τα «όρια» του ψυχικού του οικοδομήματος -που αυτός διαπιστώνει την θεμελιακή τους σαθρότητα- και να ρίξει το οικοδόμημα όχι για να σκοτωθεί από την κατάρρευσή του, αλλά για να βρεθεί «εκτός ορίων» του… Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος συνωμοτεί με την ποίηση - είναι αυτή που δεν τον αφήνει να αυθυπνωτιστεί - σχεδιάζουν από κοινού την υπόγεια δραπέτευση και συνυπολογίζουν τον χρόνο της αλλά και το ρίσκο της…κάποτε αντιλαμβάνονται πως ο «εγκλεισμός» είναι καλά φυλασσόμενος από το ίδιο το «υπάρχω» και περιορίζονται στο να «συνομιλούν» για την επερχόμενη «ελευθερία», καμιά φορά δυσφορώντας και για τις προτροπές της· « Τα είχα όλα φροντίσει. Πρόσεξα και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ήθελα φεύγοντας να πείτε: Ήταν μια όμορφη βραδυά............ Όλα με γνώση, στην εντέλεια φροντισμένα. Κι εγώ να στροβιλίζομαι ανάμεσά σας, άθυρμα ανάλαφρο μιας ψεύτικης χαράς….…… και κάθε λίγο ν’ αποσύρομαι διακριτικά……. να κάνω ολοένα και πιο έντονα συστάσεις στον ενοχλητικό επισκέπτη που κρύβεται μέσα μου».

Αν τολμούσε κανείς κριτικός λογοτεχνίας να ισχυριστεί πως ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ερωτικά υπαρξιακός ποιητής θα υπέγραφε την διανοητική καταδίκη του – εγώ θα το χειροτερέψω λέγοντας πως ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ο ρεζισσέρ της ερωτικής ποίησης… διευθύνει τον έρωτα στην θεατρική του υπόσταση· (θεατρική υπόσταση του έρωτα), αυτήν δηλαδή την υπόσταση που είναι πραγματική χωρίς να είναι, που είναι ρόλος περίπου άπαιχτος κι όμως καλά οργανωμένος στην μυστική σκηνή του εγκεφάλου.

Η ποιητική του Αντώνη Παπαδόπουλου, επειδή ακριβώς δεν έχει πλουμιστούς συναισθηματισμούς και λάγνες κινήσεις, ξεγελά (νομίζω σκόπιμα) τον αναγνώστη και δημιουργεί εντυπώσεις κοινωνικοπολιτικές. Η νοηματική εστία όμως της ποίησης του Αν. Παπαδόπουλου, δεν βρίσκεται στον συνολικό όγκο του ποιήματος αλλά σε λέξεις ή σύντομες φράσεις, κλειδιά. Στην ποίηση του ο πρώτος θάνατος που εντοπίζεται (όχι εύκολα παραδέχομαι) είναι ο έρωτας με μια διακλαδωτική σημασία… ο έρωτας ως εφηβεία, όνειρο, ενθουσιασμός, δημιουργία, σάρκα, συναναστροφή κτλ… Αυτήν την γήρανση και τον θάνατο δείχνει να σαρκάζει με αποτρεπτική διάθεση ο Αντώνης Παπαδόπουλος.

Γήρανση έρωτος είναι για τον Αν. Παπαδόπουλο όταν οι ελπίδες επικοινωνίας στηρίζονται έστω «στα αυτιά των τοίχων»: «Μου ’λεγες πως οι τοίχοι έχουν αυτιά κι εγώ χαιρόμουνα που κάποιος θα μπορούσε να μ’ ακούσει» κι η ποίησή του δεν είναι πολιτικοκοινωνική ειδησεογραφία και διερεύνηση φιλοσοφικών εννοιών, αλλά γνήσιος υπαρξιακός ομφαλοσκόπος ρεαλισμός : «Μέσα σου πάλι σκύψε κι ό,τι εκεί κλεισμένο, μόνο αυτό να σώσεις απ’ τη φθορά μπορείς». Παρά τις αυτό-παροτρύνσεις, ο Αν. Παπαδόπουλος σαν να έχει στην σκέψη του προβέντζα (απότομη μετάπτωση του νότιου ανέμου σε σφοδρό βόρειο άνεμο), προειδοποιεί εαυτόν: «Θέλει κουράγιο ν’ αντικρύζεις τα ενθύμια, προπάντων όταν σ’ όλα έχεις αλλάξει».

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος μιλά εξ ονόματος της ύπαρξης του και κατ’ επέκταση της ύπαρξης μας… δεν κάνει ποίηση «ντουντούκας», δεν προτίθεται να πρωτοστατήσει σε συνειδησιακή δημεγερσία και ουδόλως συνηγορεί υπέρ ημών, αλλά επειδή ο «φόνος» της ευτυχίας συντελέσθηκε από όλους μας, γι’ αυτό κι η ποίησή του μετριάζει και την δική μας καταδικαστική ποινή ή και την αυξάνει!

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο στην γραφή του Αντώνη Παπαδόπουλου είναι η επίγνωση της καταλυτικής πράξης κι ο εντοπισμός του «υπαίτιου». Μια παλιά παροιμία λέει: «Ο κακός τεχνίτης, κατηγορεί τα εργαλεία του» και έχουμε παρατηρήσει το φαινόμενο πολλών που γράφουν ποιήματα, ως κάκιστοι τεχνίτες, να κατηγορούν (εντός του ποιήματος) για τις προσωπικές τους αποτυχίες πότε τον άλφα και πότε τον δείνα παράγοντα, με αποτέλεσμα μια κακόηχη ποιητική μιζέριας, και ακατάπαυστων αγκομαχητών που σκοπό έχουν αφ’ ενός την ευκαιριακή εκτόνωση και αφ’ ετέρου την απομύζηση αναγνωστικής συμπάθειας (που βέβαια συμβαίνει, λόγω του ότι οι περισσότεροι αναγνώστες είναι ακόμη χειρότεροι απ’ τα κάκιστα αναγνώσματα). Ο Αντώνης Παπαδόπουλος δεν κάνει ποιητικά θρηνητικά «ξόρκια», δεν ικετεύει θεούς, δεν καταγγέλλει θύτες· γνωρίζει -και το ξεκαθαρίζει: «τους βλέπω και με βλέπουν ν’ ακονίζουμε μαχαίρια» και ως μόνη «βιβλική τιμωρία» αναγνωρίζει εκείνο το «κατ’ οίκον» χρονικό όριο που «καθένας μόνος του μετρά την ζωή με τις ίντσες της οθόνης». Κι όταν ακόμα αποφασίζει να μοιράσει ευθύνες και στους απέναντι του, το κάνει με κάθετο όσο και πλούσιο συμβολισμών τρόπο, διόλου εξευγενισμένο και διόλου χαμηλόφωνο. Κοφτός και σαρκαστικός με ένα υπονοούμενο ταχύτατο νεύμα, έχει δηλώσει την αποστροφή του κι έχει ολοκληρώσει τον καταμερισμό ευθυνών: «Γελούσανε ειρωνικά, λέγοντας ιστορίες με φαντάσματα που κανείς τους δεν πιστεύει. Τους άκουγα χωρίς να μιλώ, χωρίς διάθεση ν’ αποκαλύψω το τρανταχτό μου επιχείρημα: Να εξακολουθούμε να ’μαστε μαζί, όσες φορές κι αν μ’ έχουν σκοτώσει». Η ποιητική αυτή συμπεριφορά του Αν. Παπαδόπουλου και πάλι σκοπό δεν έχει να τιμωρήσει ενόχους -διόλου δεν τον αφορά μια τέτοια προοπτική· σκοπό έχει να εστιάσει στον δικό του ρόλο, να δει το «φάντασμά του» και να εμπαίξει -εν μέρει- τους θεατές του, υποδυόμενος τον ρόλο του ζωντανού, δηλαδή αυτού που «συμμετέχει».

Ο Αν. Παπαδόπουλος γράφει συνήθως σε τρίτο πρόσωπο το «πρώτο του πρόσωπο», όχι από υποκριτική ή αμυντική τάση, αλλά για δύο κυρίως λόγους· ο πρώτος γιατί γνωρίζει καλά να εξυπηρετεί την μορφή του ποιήματος καταργώντας κτητικές αντωνυμίες κι ενοχλητικές εγωπάθειες κι ο δεύτερος κι ουσιαστικότερος λόγος γιατί ο ίδιος έχει καταφέρει το περίπου ακατόρθωτο για ποιητή: να τέμνει διανοητικά τον εαυτό του ανά πάσα στιγμή, δημιουργώντας μια σιαμαία υπόσταση ενός νεκρού κι ενός ζωντανού στοιχείου - όντος (όντος με την φιλοσοφική ερμηνεία ως: «το πραγματικώς υπάρχον»), που συνομιλούν – συνωμοτούν και ζυγίζουν το «αβαρές βάρος» τους· «Περιφρονούσε τις ζυγαριές. Στις συστάσεις για δίαιτα χαμογελούσε ευγενικά, μα δεν τις πρόσεχε. Δούλευε με τις ώρες στο γραφείο φροντίζοντας όσο μπορούσε να διατηρηθεί. Τα βράδυα στο σπίτι του, δε χρειαζόταν ζυγαριά για να του πει, πόσο λιγώτερος και πάλι είχε γυρίσει».

Τα ποιήματα που ο Αντώνης Παπαδόπουλος τα γράφει σε πρώτο πρόσωπο είναι αυτά που αποφασίζει να αντιμετωπίσει όχι το «πρώτο του πρόσωπο» αλλά το «άλλο του πρόσωπο». Εδώ συμβαίνει κάτι ποιητικά μυστηριακό - άξιο προσοχής· είδαμε στο παραπάνω παράδειγμα πως ο Αντώνης Παπαδόπουλος γράφοντας σε τρίτο πρόσωπο αναδεικνύει το εσώτερο «πρώτο του πρόσωπο» και βλέπουμε εδώ πως γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο κάνει ακριβώς το αντίθετο: αναδεικνύει το άλλο του πρόσωπο, αυτό το καθημερινό, το φθαρμένο, το χιλιογρατσουνισμένο, το αυτό-απομυθοποιημένο… αυτό το «άλλο πρόσωπο» το τόσο οικείο του, που ο ίδιος δεν μπορεί να του συγχωρέσει συμβιβασμούς και συνθήκες ορίων, αυτό το καθημερινό του πρόσωπο κάποτε το συμπονά κι είναι τότε που εξαντλημένος ψυχικά γράφει σε πρώτο πρόσωπο: «Τα κύματα σκεπάσαν το μουράγιο. Έσυρα μακρυά το βήμα μου να μη βραχώ, η ανάσα τους όμως υγρή με τυλίγει. Πυκνές σταγόνες στεγνώνουν αλάτι στο κορμί, πάνω σ’ εκείνο το άλλο αλάτι, που θόλωσε το βλέμμα, κρύβοντας πίσω του τη ρότα τόσων ταξιδιών».

Αν θέλαμε να βρούμε την μουσική σκηνή των συναισθημάτων της ποίησης του Αντώνη Παπαδόπουλου, θα βλέπαμε πως στα ποιήματα που γράφει σε τρίτο πρόσωπο ο ήχος είναι σαρκαστικά εισαγγελικός μιας ποινής που δεν ανακοινώθηκε ακόμα αλλά που περίπου έχει προαποφασιστεί· υπάρχει μια αμυδρά σκληρότητα σε απειλητικές στροφές κρεσέντο. Αντίστροφα, στα ποιήματα που γράφει σε πρώτο πρόσωπο, η θλίψη κι συμπόνια που του προξενεί η άμεση σχέση με το είδωλο του εαυτού του, του δίνει ψυχική κίνηση ντα κάπο (επανάληψη) και αντάτζιο (σιγά-σιγά)· ο ήχος χαμηλώνει, σχεδόν σβήνει και τα συναισθήματα βρίσκουν το κλάμα τους και την ευάλωτη διαδρομή τους προς τα έξω. Μ’ όλο που από πλευράς τεχνικής είναι παρακινδυνευμένο το να «ιδιωτεύει» κανείς σαφηνιστικά στον λόγο, ο Αν. Παπαδόπουλος χειρίζεται νοήματα, εικόνες και ήχους βαθμιδωτά έτσι ώστε να γίνεται παρέλευση του ενός στοιχείου στο άλλο και να ισοζυγούν μορφικά στο ποιητικό μετάφρενον· (το μέρος της ράχης που είναι ανάμεσα των δύο ωμοπλατών).

Μια μελωδός πεσιμιστική - αλλά περιέργως αμυντικά μάχιμη και προσεγμένα δηκτική- τάση, ολοκληρώνει την αντίστασή της στο σύνολο της κάθε ποιητικής συλλογής του Αν. Παπαδόπουλου κι ενώ κομματιαστά (δηλαδή στο κάθε ποίημα) παρατηρούμε μεταλλάξεις και μεταπτώσεις αυτής της τάσης έτσι ώστε κάποτε γίνεται αποκαλυπτική: «Ό,τι μπορούσε να καεί, έχει καεί και το μπαρούτι στις καρδιές έχει μουλιάσει», και κάποτε συμβολική: «Σαν τεράστια εκβολή ποταμιού από κορμιά, λησμονιά και δάκρυ άδειαζε τη ζωή μας στη θάλασσα…», και κάποτε υπόκωφη: «Τεράστιοι γάντζοι κρέμονταν πάνω από τις ανοιχτές κοιλιές των καραβιών, να φορτώσουν τα χέρια μας και το κορμί μας, την στερνή μας ελπίδα να φορτώνουνε – όχι τόσο πως θα πλουτίζαμε στα ξένα, μόνο πως κάποτε, έπειτα από χρόνια πολλά, στρατοκόποι κουρασμένοι θα γυρίζαμε πίσω ν’ ανταμώσουμε την ψυχή μας που δεν μας ακολούθησε», και κάποτε δραματουργική: «Η μελλοθάνατη ζωή μου, στήθηκε και σήμερα στον τοίχο κι οι ώρες μου, α, οι ώρες μου – ψυχρές φθινοπωρινές εσπέρες ανέραστης γυναικός», και κάποτε απειλητική: «Έμαθα πια να περιμένω στη σιωπή, προετοιμάζοντας μυστικά τη μεγάλη μου έκρηξη».

Η αισιοδοξία στην ποίηση του Αν. Παπαδόπουλου, δεν έχει σαφή κι αυτοδύναμη δράση και μάλλον προτείνεται ως αλγόριθμος διαδικασία· (δηλαδή ως τυποποιημένη σειρά ενεργειών που επιφέρουν λύση προβλήματος), έχει μια κάποια φιλοσοφική και υπεύθυνη εγκρατή έκφραση: «Και σα νυχτώσει κι ο σταθμός κάποτ’ αδειάσει, όσων ταξίδεψαν τη μοίρα μη φθονείς. Πρόθυμα ο Πήγασος για σένα θα καλπάσει σ’ άγνωστη ρότα πολιτείας μακρινής» και δεν έχει κυρίαρχο ρόλο στον συνολικό ποιητικό όγκο των συλλογών του. Συναντιέται με υπόκωφους και γαιώδεις ηχοχρωματισμούς και υπογείως η ίδια αυτή αισιοδοξία αμφισβητεί τις δυνατότητες της, αρνούμενη μια ουτοπιστική ολοκληρωτική ευδαιμονία και μάλλον επενδύει στην χαρμολύπη της ονειροπόλησης και διόλου στην ευπιστία της ονειροπόλησης.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι από τους ελάχιστους σύγχρονους ποιητές που τα πήγαν καλά και με την παραδοσιακή ηχητική του έμμετρου κι ομοιοκατάληκτου λόγου κι αυτό πιθανολογώ οφείλεται τόσο στην σύμπτυξη των νοημάτων όσο και στην σημαντικότητα του κάθε νοήματος. Δηλαδή, αφ’ ενός δεν «πλατυσωμούν» οι ποιητικές στροφές με ερμηνείες επί των ερμηνειών και κυρίως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα γλοιώδες συναισθηματικό παραλήρημα αβάσταχτα πλουραλιστικό και κραυγαλέα θρηνητικό ή χαρωπό, όπου κάθε «εξομολόγηση» μέσα του δυσβατεί ασθμαίνοντας και στρεβλώνεται ο ήχος της. Ο Αντώνης Παπαδόπουλος επιλέγει απ’ την σωρεία των νοημάτων και των ερμηνειών τους, εκείνα που του δίνουν το περισσότερο δυνατό, περιεκτικό αποτέλεσμα· « Τι κι αν το σπίτι που θωρείς ερήμωσε;/ Τι κι αν λογής ξερόχορτα το ζώσαν;/ Μη φοβηθείς, διαβάτη μου, και σίμωσε./ Βρικόλακες ποτέ δεν το στοιχειώσαν. / Τι κι αν τις νύχτες τάχα κάποιοι είδανε/ στον κήπο άγριον ίσκιο κουρνιασμένο;/ Λαθέψανε και φόβο άδικα πήρανε: / Είμαι εγώ που ακόμα περιμένω»· (ποίημα «άγριος ίσκιος»).

Παρά την ευστοχία του στην έμμετρη ομοιοκατάληκτη ποιητική, ο Αντώνης Παπαδόπουλος διαφοροποιείται ιστορικά ως ποιητική αξία, στον «αδέσμευτο» λόγο του· σ’ αυτόν μεγαλουργεί και από πλευράς μορφής και από πλευράς νοήματος – αποδεικνύει εντυπωσιακά πόσο κατακτητής των ποιητικών μέσων είναι και κυρίως πόσο έχει συλλάβει το αίτιον και το αιτιατόν της ψυχικής μας δήωσις, και έχει κατασκευάσει έναν «άμετρα έμμετρο» λόγο, που ενώ άρχει ο ρυθμός του, δεν προδίδει τα σημεία του μέτρου του. Θα τολμούσα να παρομοιώσω τον ρυθμό του Αν. Παπαδόπουλου με εκείνον τον υποβλητικό ήχο του ταμ-ταμ όπου ο μάγος της φυλής χρησιμοποιεί ως μέσον έκστασης-επικέντρωσης σκοπού (δεν πρόκειται για μεταφυσική κατάσταση, αλλά μια μέθοδο ρυθμών που εξυπηρετούν στην εστίαση του βαθύτερου νοήματος). Ο Αντώνης Παπαδόπουλος στην ελεύθερη ποιητική του, κινείται σε πολλά μουσικά πεδία που όλα κρύβουν την υπόσταση τους και δρουν στον αναγνώστη υποσυνείδητα καθοδηγώντας τον στα νοηματικά αχνάρια… είναι δηλαδή σαν οχλεύς το καθένα απ’ αυτά τα μουσικά πεδία που βοηθούν τον αναγνώστη να «δουλέψει» μέσα στο διανοητικό εργοτάξιο του ποιήματος.

Η μεγαλιθική ποιητική του Αντώνη Παπαδόπουλου ως η σφραγίδα του «υπαρξιακού μας κράτους» πέφτει βαριά κι ολοκληρώνει το «υστερόγραφο» που δεν τολμήσαμε να συντάξουμε:

«Κάποτε έρχεται η ώρα για ν’αρχίσουν μυστικά καλωσορίσματα. Είναι τα πρόσωπα που βλέπουμε συχνά, μα τόσο πιο συχνά τα νοσταλγούμε. Συναπαντιώμαστε σε σαλόνια κομψά, μιλώντας πίσω από τον καπνό του τσιγάρου ή σε μεγάλα κτίρια, πετώντας τη βιαστική καλημέρα –θλιβερή περίληψη ολόκληρης ζωής. Θυμάμαι εκείνα τα βλέμματα που άδειασαν σιγά – σιγά. Τώρα ζητάνε να κρυφτούν απεγνωσμένα πίσω απ’ την αμφίβολη σιγουριά κάποιας ‘‘πλούσιας εμπειρίας’’. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να ξέχασαν κι ανατριχιάζω με την σκέψη πως μπορεί ακόμα να θυμούνται όλη εκείνη την ετοιμασία που αιχμαλώτισε τα νιάτα τους για μια προσπάθεια οριστικά ματαιωμένη».

Ο βαθύσκιωτος ψυχισμός του Αντώνη Παπαδόπουλου ως υπαρξιακός ελλειψογράφος - σε διαρκή αντίκρουση με την ανία, την πλήξη, την επαναληπτική κίνηση της ζωής, τα στενά όρια και τους δεδομένους ονειρικούς αφανισμούς- συνδυαζόμενος με ρυθμική τεχνική υπονοούμενης εικόνας, του εξασφάλισαν εκείνον τον απειθή ποιητικό λόγο που απαιτεί η ιστορία της λογοτεχνίας για να σημειώσει κάποιον στις λίστες των διαφορετικών και των σπουδαίων ποιητών, μπορεί και των καταραμένων.

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη