«Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ»
μυθιστόρημα Γρηγόρη Χαλιακόπουλου
(εικονογράφηση Χρήστος Αντωναρόπουλος)ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ
ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ:
Μαγνητοφωνημένες κριτικές σημειώσεις της Κατερίνας Ν. Θεοφίλη για το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ»
Μαγνητοφώνηση Νοέμβρης 2007
Απομαγνητοφώνηση Απρίλης 2009
Οι κριτικές σημειώσεις, ακούστηκαν στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις της «Ελεύθερης Δημιουργικής Ομάδας» στο Θησείο το 2007.
Ολοκληρωμένο το κείμενο ακούστηκε στο βιβλιοκαφέ "Εναστρον" τον Ιούνιο 2009 σε εκδήλωση -αφιέρωμα στην συνολική λογοτεχνική δράση του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, που διοργάνωσε το περιοδικό "Αλεξίσφαιρο".
«Η καρδιά του δότη»: ένα λειτουργικό υπερκινητικό σώμα όπου κάθε μέλος του έχει την αυτονομία κι αυτοτέλεια του, υπό την ηγεμονία μιας διανοητικής αρχής, που ονομάζουμε υπονοούμενα: «Δότη».
Έχουμε αυτοτέλεια μικρών αφηγήσεων συνδεδεμένων σε μία κινητική βάση. Αφηγηματικός λόγος που σταδιοδρομείται και ολοκληρώνεται τόσο στο κάθε του στάδιο όσο και στο ενωτικό του μέρος.
Ο λόγος του Χαλιακόπουλου, υπονοεί, εκπλήσει, αλλά πάντα αποσαφηνίζει την πλοκή των νοημάτων, των συναισθημάτων και των συμβόλων του. Αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, τον ταράζει, τον προβληματίζει κι ύστερα να τον καθησυχάζει σαν ένα «ουφ ανακούφιση» (όπως ο ίδιος σημειώνει).
Όλες, ανεξαιρέτως, οι εικόνες του, ερμηνεύουν συναισθήματα. Εικονογράφηση συναισθημάτων, και μάλιστα συσπειρωμένη – Το έργο σε “κρατά”, σε ανατριχιάζει αράδα, αράδα, λέξη λέξη. Σε κάνει να χαμογελάς και ταυτόχρονα να βουρκώνεις και μέσα από όλην αυτήν την αναγνωστική διαδικασία, ψάχνεις να εντοπίσεις τον δικό σου εαυτό στις δικές σου μνήμες. Το βιβλίο, σε ωθεί να επιστρέψεις στον δικό σου χωρόχρονο, να συναντηθείς με όσα ξέχασες, με όσα τελικά δεν άντεξες να θυμάσαι.
Ο Χαλιακόπουλος, ίσως προτίθεται, με την γραφή του να προκαλέσει τον αναγνώστη να συναντηθεί με τα όσα ξέχασε και με τα όσα δεν αντέχει να θυμάται. Ίσως, στοχεύει στο να ψάξουμε μέσα από εμάς, για να αναθεωρήσουμε εμάς, και να βρούμε εμάς. Να βρούμε δηλαδή τις διδαχές μας, ότι βιώσαμε, κι ό,τι θεωρήσαμε πως βιώσαμε μέσα από κληρονομικές μνήμες – να τις επανεξετάσουμε, άλλες να αναιρέσουμε, άλλες να ξαναοικοδομήσουμε, σαν υλικό δηλαδή∙ τεμάχια διανοητικής ύλης, για να οικοδομήσουμε ένα τοίχο που όμως όχι θα μας χωρίσει από τον εαυτό μας, αλλά θα μας δώσει μία κορυφή - την κορυφή της γνώσης για το πώς συντελέσθηκε τελικά αυτό το «υπαρξιακό μας κακούβι» και κατά πόσο είμαστε ασφαλείς μέσα σ’ αυτό. Μας υποδυκνύει μια μέθοδο: Να μην σταθούμε στις απτές μόνον μνήμες, αλλά να οπισθοβολίσουμε στο παρελθόν, στην “καρδιά του δότη” – να ακούσουμε δηλαδή τους κτύπους της καρδιάς του “δότη” – με την έννοια της υπαρξιακής απαρχής μας.
Ο Χαλιακόπουλος ενδιαφέρεται για την «βάση της γνώσης». Επιμένει σ’αυτήν την κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του αποκτά κοινωνική πλέον σημασία κι αξία. Για παράδειγμα: δείχνει τον τρόπο που ο κεντρικός ήρωας κόβει τους εθισμούς, αφού πρώτα έχει υποστεί το μαρτύριο των εθισμών. Εξετάζεται ο τρόπος που έχει πέσει μέσα σε εθιστικές ουσίες και ταυτόχρονα εξετάζεται το διαδικαστικό να κοπούν αυτοί οι εθισμοί, αλλά τελικά τι μένει; μένει ένα κενό; είναι ένας χρόνος που κάποιος μπλέκει στην περιπέτεια αυτή κι όταν τελικά απαλάσσεται απ’ αυτήν την περιπέτεια, μένει ένα κενό; κενό ασφαλώς δεν υπάρχει, το κενό είναι ασαφές, αλλά ας υποθέσουμε αυτή την στιγμή για την βοήθεια του λόγου, να πούμε ότι υπάρχει κενό. Το κενό λοιπόν σημαίνει «καταρρέω», σημαίνει «δεν υπάρχω», σημαίνει ότι αυτός ο χρόνος δεν υπήρχε, πράγμα αδύνατον, άρα λοιπόν κάτι πρέπει να μείνει απ’αυτήν την περιπέτεια. Τι μένει απ’ αυτήν την περιπέτεια; Μένει η γνώση! Ο Χαλιακόπουλος λοιπόν προτίνει να εξεταστεί αυτή η γνώση, να μην πάει χαμένος αυτός ο καιρός, που εθιστικά πολτοποίησε μια οντότητα.
Μολονότι σαν συγγραφέας δεν προτίθεται να γαλουχίσει και να διδάξει και να διαμορφώσει συνειδήσεις, εντούτοις επιτυγχάνει να προκαλέσει γνώση ή καλλίτερα να παρακινήσει τον αναγνώστη να ερευνήσει το «υπάρχω» του και το «υπάρχειν» των απέναντί του και κυρίως να αξιολογήσει θετικά τον όποιον “αρνητικό χρόνο” του και να καρπιστεί απ’ αυτόν.
Το να παρακινεί τον αναγνώστη σε ευρύτερη γνώση ζωής, δεν είναι στις ενακτήριες προθέσεις του Χαλιακόπουλου, αλλά έπεται των γεγονότων κατά την συγγραφική διαδικασία επεξεργασίας νοημάτων.
Στην «καρδιά του δότη» είναι φανερή η πρόθεση μνημόνευσης του χρόνου του συγγραφέα, αλλά και αυτολύτρωσης του απ’ αυτόν. Ωστόσο, με εντυπωσιακούς συγγραφικούς ελιγμούς, διαφοροποιείται τελικά απ’ την ατομική εκτόνωση, κρατά αποστάσεις συγγραφικής ασφαλείας από εγωπαθείς αφηγήσεις και χρησιμοποιώντας τις μνήμες του επιτυγχάνει να επεκταθεί σε μια φιλοσοφική κι εικαστική ενατένιση του κόσμου.
Υπερπηδά την παγίδα του προσωπικού στοιχείου και ενσωματώνει στον κεντρικό ήρωα του έργου, στοιχεία τέτοια, που να τον παρουσιάζουν ως αντιπρόσωπο πολλών ανθρώπων κι όχι μόνον του εαυτού του - ο κεντρικός ήρωας διασπάται και πολλαπλασιάζεται και διαχέεται κι εντέλει συννενούται με τον κόσμο.
Ο Θάνατος μέσα στο βιβλίο του Χαλιακόπουλου διαπερνά απαλά, εικαστικά, συμβολικά, υπονοούμενα και ηχητικά τον κορμό του κειμένου και γίνεται μια υποσυνείδητη συναισθηματική εγρήγορση, χωρίς μελοδραματικές κραυγαλεότητες που ακυρώνουν την νοηματική ουσία. Έτσι έχουμε τον θάνατο ως μία ανακύκληση στοιχείων ζωής και συνεπώς συμπαντική ενέργεια, κι όχι ως μία εξωτερικά πένθιμη εκδήλωση που υδηλώνει παύση και απενέργεια.
Αντιμετωπίζει τον Θάνατο ως μια οργανική κατάσταση ανακυκλωτικής διάσπασης που ελευθερώνει στοιχεία μνήμης ή και δημιουργεί στοιχεία μνήμης.
Τον Χαλιακόπουλο τον αφορά η αρμονική σχέση ύφους – πλοκής. Η νοηματική μπαίνει μέσα στην τεχνική κι η τεχνική μέσα στην νοηματική, δεν δουλεύει δηλαδή η μία σε βάρος της άλλης. Βλέπουμε λοιπόν τραγικές υφάνσεις σαρκαστικής εύθυμης θλίψης∙ μια ικανότητα αντίθεσης, που συναντάμαι κυρίως στον Γκόγκολ. Βλέπουμε επίσης ένα παιχνίδι διάσπασης και ένωσης ταυτόχρονα, εικόνων, ήχων και νοημάτων που συναντάμαι στις διηγήσεις του Τσέχωφ. Ο τρόπος που ο Χαλιακόπουλος, χειρίζεται τα του Θεού, και δεν μιλώ ως προς το ύφος, αλλά ως προς το νοηματικό πια βάρος, την φιλοσοφική επεξεργασία, μας παραπέμπει σε Ντοστογιέφσκυ. Παραταύτα η γραφή του Χαλιακόπουλου δεν δηλώνει επιρροές- τουλάχιστον συνειδητές∙ υποθέτω, ότι αυτός ο συγγραφέας συναντήθηκε μέσα στο χωρόχρονο με αυτούς τους μεγάλους συγγραφείς, επειδή ο ίδιος έχει κατακτήσει τα «μέσα έκφρασης» και κυρίως έχει την ικανότητα να κινείται στον βιωμένο και μη βιωμένο χωρόχρονο με περισυλλογή, αντίληψη, αίσθηση και διαίσθηση.
Το βιβλίο, είναι 330 σελίδες και γίνεται αυτόματα βαρύ, από πλευράς αφήγησης γεγονότων. Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, ως πολυδιάστατα αυτοβασανιζόμενος συγγραφέας μπορεί και διαχειρίζεται τέτοιον όγκο λέξεων∙ τις στήσει ηχητικά και νοηματικά στις απαιτούμενες διανοητικές δόσεις, ώστε να μην αγανακτήσει ο αναγνώστης. Ικανότητα, που όπως ξέρουμε, είχαν ο Τολστόι, ο Δουμάς, οι αδελφοί Μπροντέ, ο Ουγκώ, ο Ντοστογιέφσκυ και άλλοι σημαντικοί, αλλά σε ότι αφορά στην υπαρξιακή λογοτεχνία, εστιάζουμε στον Ντοστογιέφσκυ που ο λόγος του ήταν διακλαδωτικός. Ο Χαλιακόπουλος συναντάται με τις προθέσεις του Ντοστογιέφσκυ, αλλά μεταχειρίζεται μια απαλότητα ευθυμίας που σαν τούλι σκεπάζει τα τραγικά του στοιχεία κι ανακουφίζει την αναγνωστική αντοχή. Αξιοσημείωτο, είναι το ότι η ευθυμία αυτή, δεν κατεβάζει τα κείμενα σε επίπεδα κουτσομπολιού ή ενός χλιαρού γέλιου. Είναι αυτό που λέμε «φιλοσοφιμένο χιούμορ», «προσεγμένο χιούμορ». Αυτό λοιπόν υποβοηθά ως στοιχείο, να πέρνει αναπνοές ο αναγνώστης, να διασπάται η ένταση του μέσα στις εικόνες∙ καθώς νιώθει το τραγικό να τον βαραίνει, αυτόματα αυτές οι αναπνοές τον βοηθούν ώστε να μπορεί να ολοκληρώσει την ανάγνωση του όγκου του βιβλίου.
Είναι ολοφάνερο, ότι ο Χαλιακόπουλος, ήθελε μέσα στον χρόνο ενός βιβλίου να τοποθετήσει τον χρόνο του, τον χρόνο του κεντρικού του ήρωα, που ως φαίνεται ήταν πολύ μεγάλος, έχει πολλά γεγονότα δηλαδή. Παρακινδυνευμένο συγγραφικό εγχείρημα, αλλά τελικά καταφέρνει τα πάρα πολλά γεγονότα να τα συσφίξει, να τα δώσει ως μικρές αυτοτελείς αφηγήσεις και παράλληλα να κάνει όλο αυτό το δέσιμο το εικαστικο και το νοηματικό και το ηχητικό, προσεγγίζοντας την μέθοδο του Νικολάι Γκόγκολ αυτήν, των αντιθέσεων της σαρκαστικής εύθυμης θλίψης.
Ανεξαρτήτως του ότι συγγραφικά επιτυγχάνεις, θεωρείς πως ο κεντρικός ήρωας του έργου σου εξυπηρετήθηκε τελικά απ’ την κατάθεση όλων αυτών των γεγονότων ή μήπως υποπτεύεσαι πως μπορεί και να αδίκησες το προφίλ του καθώς επεκτείνεσαι και στους συμπρωταγωνιστές του δίνοντας τους περισσότερο “χώρο” απ’ όσο τους αναλογεί, επί σκηνής...;
«Η καρδιά του δότη» είναι μια ολική πράξη αμφισβήτησης του γνώριμού μας «είμαι» και μία ριψοκίνδυνη αλλά επιτυχής διείσδυση στην κινητήριο σύσταση της ύπαρξης μας, καταλήγωντας σε ένα «δεν είμαι μόνο εγώ, αλλά είμαι και ο δότης των ιδεών και των συναισθημάτων μου»
Έχουμε έναν εσωτερικά άναρχο λόγο. Υπαρξιακός, ποιητικός λόγος. Έχουμε ποιητικές εντάσεις, νοηματικές πυκνώσεις, μια εικονογραφημένη ηχητική. Το να εικονογραφεί ο Χαλιακόπουλος, τα αρώματα της μνήμης, είναι πραγματικά εκπληκτικό, αλλά το ότι κατορθώνει να εικονογραφεί και τον ήχο της μνήμης, είναι υπερβατικό.
Λογοπλάστης, με υπονοούμενο λόγος - ύφανση φιλοσοφικής ειρωνίας. Αλλά η υπέρβασή του είναι το ότι κατορθώνει να εικονογραφεί τον ήχο της μνήμης. Δηλαδή συλλαμβάνει εσώτερους ήχους μνήμης, άλλων ανθρώπων, άλλων καταστάσεων, δηλαδή συνέχεια αφουγκράζεται ! Αφουγκράζεται πράγματα, που δεν μπορούν να διασωθούν μες στην μνήμη, ακριβώς γιατί η ατομική μνήμη δεν τα κατέκτησε ως βιωματικό χρόνο. Αυτή λοιπόν η δύναμη που έχει να εικονογραφεί αυτόν τον αφουγκρασμό της μνήμης είναι υπερβατική!
Το βιβλίο «η καρδιά του δότη» λειτουργεί ως η ουσία λουμινόλ ή λουμινόλη. Η λουμινόλη είναι χημική ουσία που εμφανίζει το κρυμμένο αίμα∙ όταν συμβαίνουν φόνοι και καθαρίζουν οι δολοφόνοι το αίμα, υπάρχει αυτή η ουσία, που απλώνοντας την επάνω στις καθαρισμένες επιφάνειες αμέσως δείχνει αν εκεί προυπήρχε αίμα – παρουσιάζοντας πράσινη απόχρωση -. Μου έδωσε λοιπόν την εντύπωση, το βιβλίο του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, ότι λειτουργεί κυριολεκτικά σαν λουμινόλη∙ δηλαδή εμφανίζει το κρυμμένο “αίμα”∙ η λέξη πια αίμα σε εισαγωγικά, το αίμα της μνήμης.
Η καρδιά του δότη, μεταμοσχεύει μνήμη συνείδησης στον απαλοτριωμένο από αμνησία καιρό μας κι όσο υπάρχουν δότες «μνήμης συνείδησης» μπορούμε να ελπίζουμε σε λίγες ακόμα ανάσες...αρκετές για να δικαιολογήσουμε τον μοριακό μας ρόλο και να υποθέσουμε πως «τίποτα δεν χάνεται».
Αφουγκρασμός συνείδησης, η γραφή του Χαλιακόπουλου, θωπεύει τις σβησμένες αναπνοές του χρόνου και εικονογραφεί την αγωνία τους να ξαναυπάρξουν παλμικές στο ρέκβιεμ του ανθρώπου...
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ:
Μαγνητοφωνημένες κριτικές σημειώσεις της Κατερίνας Ν. Θεοφίλη για το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου «Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΔΟΤΗ»
Μαγνητοφώνηση Νοέμβρης 2007
Απομαγνητοφώνηση Απρίλης 2009
Οι κριτικές σημειώσεις, ακούστηκαν στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις της «Ελεύθερης Δημιουργικής Ομάδας» στο Θησείο το 2007.
Ολοκληρωμένο το κείμενο ακούστηκε στο βιβλιοκαφέ "Εναστρον" τον Ιούνιο 2009 σε εκδήλωση -αφιέρωμα στην συνολική λογοτεχνική δράση του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, που διοργάνωσε το περιοδικό "Αλεξίσφαιρο".