Translate

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

«ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ» ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ διηγήματα - ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν, ΘΕΟΦΙΛΗ

«ΣΤΗΣ ΧΛΟΗΣ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ»
διηγήματα του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ

Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Μια είδηση στις εφημερίδες σχετική με τον πίνακα του Γάλλου Lefedvre «Χλόη», δίνει έναυσμα στον συγγραφέα να εμβαθύνει σ’ ένα ευαίσθητο πολιτισμικό σημείο· «τα απόκρυφα της Χλόης» - ως τόπος γέννησης ή συλλογής “σημείων και τεράτων”.
Ο συγγραφέας, στο πρώτο της συλλογής διήγημα «στης Χλόης τα απόκρυφα»,μας γνωρίζει στην ουσία, τον γεωθερμικό “τόπο” που διανοητικά θα κινηθεί και θα εξελίξει τις 18 διηγήσεις του. Στα “απόκρυφα” του πίνακα της Χλόης θα παρατηρήσει τόσο το μεταναστευτικό όνειρο όσο και το ψευδαισθησιακό του μεγαλείο. Θα πιάσει το νήμα ο συγγραφέας από εκεί, απ’ τα “απόκρυφα” της Χλόης, για να μας καταπλήξει με τον περιεκτικό κι ωστόσο περιγραφικό, και μαζί φιλοσοφικό του λόγο.
Διαβάζουμε: «Τι από τα δύο είναι όμως η Χλόη-παρθένα ή πόρνη; Θεά ή τσούλα; Ιδού το μέγα ερώτημα. Διότι όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για μια διφορούμενη φιγούρα. Δηλαδή αυτό που ερεθίζει δεν είναι τόσο τα προκλητικά θέλγητρά της (χαράς τα θέλγητρα... το εφηβαίο; - ένα ανθισμένο κυκλάμινο σε μισοκρυμμένη σχισμάδα. Τα βυζιά; - δυο μετρίου μεγέθους λεμόνια. Το πρόσωπο; - απαξιεί να κοιτάξει ανφάς), αλλά η παραπλανητική αναίδεια της, αυτόπροκαλεί. Κι εδώ νομίζω ότι εστιάζεται το μυστικό του ιδιοφυούς καλλιτέχνη: στο ό,τι, ουσιαστικά, μας σερβίρει μια ολοζώντανη ψευδαίσθηση, μια σπαρακτική χίμαιρα. Μια φιγούρα που ενσαρκώνει μοναδικά το θεϊκό με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το όνειρο με την πραγματικότητα».
Η εσω-εμβριθής παρατήρηση του Γιάννη Βασιλακάκου, μας ενθουσιάζει, γιατί μας αποκαλύπτει μια διάσταση που δεν είχαμε υποπτευτεί: «την παραπλανητική αναίδεια», αυτή λοιπόν είναι το μέσον για να κατανοήσουμε την παγίδευση του μεταναστευτικού ονείρου. Η παγίδα στήνεται όπως ακριβώς η «παραπλανητική αναίδεια» στον πίνακα της Χλόης – “σερβίρεται όπως μια σπαρακτική χίμαιρα”...
Οι νοηματικοί ελιγμοί, που εξασφαλίζει στις διηγήσεις του ο Βασιλακάκος, δημιουργούν πεδία σαρκαστικών αιφνιδιασμών, όπως για παράδειγμα στο διήγημα «σημεία και τέρατα», όπου ο κεντρικός ήρωας ξυπνά στο μέσον της νύχτας από εφιάλτη, ή ύποπτο θόρυβο, ή απλώς για την σωματική του ανάγκη. Βλέπουμε μια υπόγεια διάθεση απομυθοποίησης του τρόμου. Διαβάζουμε:«Σχεδόν εκστατικά κοιτούσα τη διάπλατα ανοιγμένη οπή. Αυτά τα μικροσκοπικά “τέρατα”, που μόλις και διακρίνονταν δια γυμνού οφθαλμού, τα έβλεπα για πρώτη φορά σ’ όλη τη μεγαλόπρεπη διάστασή τους. Στα παιδικά μου μάτια φάνταζαν σαν χαριτόβρυτα κατάλευκα προβατάκια που’ χαν σκαρίσει ξέγνοιαστα στη βοσκή, στο κάλεσμα ενός παιχνιδιάρη ήλιου. Το πανδαιμόνιο των άλλων όμως με επανέφερε στην τάξη, υπενθυμίζοντάς μου το αληθινό ποιόν του εχθρού. Επρόκειτο τελικά για γλοιώδη, αποκρουστικά παράσιτα, που ζούσαν απ’ τις τροφές του ανθρώπου. Εκτός από “θεριά” και “τέρατα” τα αποκαλούσαν και “αμοιβάδες” και τρέφονταν – έλεγαν- από το γάλα της Πόπης. Γι’ αυτό και το δύστυχο κορίτσι ήταν πάντα χλωμό, καχεκτικό, υπέφερε από αβάστακτη φαγούρα και δεν μπορούσε να πάρει πάνω του. Γι’ αυτό τώρα οι ύπουλοι εχθροί καταντούσαν μια αηδιαστική αλοιφή στα δάχτυλα των μεγάλων. Κάτι – περίπου- σαν το σαπούνι στους φούρνους του Άουσβιτς».
Ο περιγραφικός λόγος κορυφώνεται στα διηγήματα του Γιάννη Βασιλακάκου και δημιουργεί εξαιρετικές εκφάνσεις αμεσότητας «αναγνώστη – υλικού». Στο εκάστοτε“πραγματικό” γεγονός, ο συγγραφέας προσδίδει, δεξιοτεχνικά, μεταφορικές προεκτάσεις· με αλληγορικά φιλοσοφική γραφή, που ελίσσεται μέσα στην ύλη του θέματος και το μεταπλάθει σε ιδεολόγημα, χωρίς καθόλου να απαξιώνει τις πολυχρωματικές περιγραφές του αυτούσιου γεγονότος.
Η συγγραφική μαεστρία του Βασιλακάκου δημιουργεί τέτοια αναγνωστική αμεσότητα ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται το θέμα ως οικείο του βίωμα.
Η φαντασίωση της εκδίκησης στο διήγημα «θερινή μαθητεία» είναι γεμάτη ηχητικούς ελιγμούς που πλέκουν τα νοήματα με εξαιρετική ταχύτητα και τα διαπερνούν – μετακινούν- ευφυέστατα απ’ το θετικό στο υποθετικό, απ’ το πραγματικό στο φανταστικό· αστραφτερές ανθεκτικές κλωστές που δημιουργούν εξωτικά κι όμως ουσιογεννή τοπία.
Στο διήγημα «το πιο μακάβριο ψέμα» εξετάζεται διεξοδικά η μεταθανάτιος ζωή – αιώνιος ζωή, μέσα από την ενστικτώδη αντίληψη ενός παιδιού.
Στο διήγημα «με την πρώτη σταγόνα της βροχής» ως κινηματογραφικά παρουσιαζόμενη πλοκή Χίτσοκ, συμμετέχουμε σε μια άτυπη αγωνία «υπάρχω», σχεδόν ωστόσο προετοιμασμένοι γι’ αυτήν. Φράσεις του συγγραφέα όπως :«...όχι απλώς την ματαιότητα, αλλά κυρίως την ρευστότητα των ανθρώπινων», μας στρέφουν να κινηθούμε με πιο φιλοσοφικά στοχαστικές κινήσεις σε όλες τις κατευθύνσεις της ζωής μας, και κυρίως σ’ εκείνες που είναι πίσω μας ως ατελείς πορείες μνήμης κι επιτελούν χρέος μοχλών του μέλλοντος μας.
Στο διήγημα «ευσεβείς πόθοι», με παραστατικότητα εξετάζεται το ζήτημα της αυταπάτης του μεταναστευτικού ονείρου.
Στο διήγημα «απολογισμός ευτυχίας», ένα μόνο γράμμα του αλφάβητου, είναι ικανό να διαμορφώσει την απαρχή μιας βαθειάς φιλοσοφίας ζωής. Δυο λέξεις «μακάριος και μακάβριος»,ως δύο άκρες μιας ράβδου που άλλοτε σε ευνοεί να βαδίσεις, άλλοτε να κτυπήσεις κι άλλοτε να ακινητοποιηθείς στο μεταίχμιο της «υπονοούμενης» σχέσης τους (αμύνομαι – επιτίθεμαι, γαλήνιος – φοβηστικός).
Στο διήγημα «κατάσταση μετεωρισμού» ο συγγραφέας εντοπίζει την ασάφεια του κενού κι όχι το κενό του κενού, γράφει: «Αδυνατώ να εξηγήσω τις συνέπειες του κενού, αλλά βίωνα τις συνέπειες του», αντιλαμβανόμεθα λοιπόν μια αιώρηση του κενού, πράγμα που σημαίνει πως το κενό αποτελείται από στοιχεία που αν και δεν προσδιορίζονται, υπάρχουν και συμπληρώνουν στην πορεία μας, τις “συνέπειες” τους. Στο ίδιο διήγημα, η προσεδάφιση του ανθρώπου στο φεγγάρι, γίνεται ένας πόλος σκέψεων που εξυφαίνονται γύρω και μέσα στην ουσία του «κενού»: “γνώσεις πολλές, περιπέτειες ελάχιστες” ως αιτία κενού, κι ως ανατρεπτική προέκταση: «ο κόσμος είναι τα πράγματα και τα πράγματα οι λέξεις»και η προτροπή για αναθεώρηση στάσης ζωής: «Δεν ήθελα να καταλάβω τον κόσμο, αλλά να τον βιώσω». Στο ίδιο διήγημα, το μεταναστευτικό θέμα αντιμετωπίζεται με πιο υπαρξιακά χαρακτηριστικά, κι όχι με την καταγραφή ατυχών γεγονότων που συνθέτουν ζωές μεταναστών. Βλέπουμε δηλαδή πως οι οικονομικοί μετανάστες περνούν σε ένα στάδιο εσωτερικής δραματικής αφήγησης κι όχι δραματικών συνθηκών επιβίωσης. Σχεδόν, έχουμε το προσχέδιο ενός «κατηγορώ» που προσπαθεί όχι απλώς να ανακαλύψει τον τρόπο να εκφραστεί, αλλά να ανακαλύψει το τι ακριβώς χρήζει κατηγορητηρίου. Αυτή η ερευνητική προσπάθεια του συγγραφέα, αναβαθμίζει την διήγησή του και την προχωρά σε λαβυρινθώδη υπαρξιακή διανοητική διαδρομή. Γράφει: «... είχα εξαναγκαστεί να αποκηρύξω για μια μπουκιά ψωμί, την αυθεντικότητα του δικού μου κόσμου, υποκαθιστώντας τον μ’ έναν άλλον, ζώντας σαν τον μεταξοσκώληκα έξω απ’ το κουκούλι του». Τέλος η επιβεβαίωση αυτού του εσώτερου κενού, του κενού ίσως «ταυτότητας», αποκορυφώνεται στο σημείο που ο μετανάστης, ως επισκέπτης πλέον του τόπου του, αναζητά την Ακρόπολη.
Στο διήγημα «ο τσακατσούκας», ο ήρωας που πουλούσε παράνομα φιστίκια, διατηρεί την ικανότητα να μπορεί να προφέρει την λέξη «ρίζες» αλλά όχι την λέξη renouncing. Μέσα από αυτήν την μικρή φαινομενικά “σύγκρουση” αποκαλύπτει ο συγγραφέας τον ισχυρό κλονισμό μιας συνείδησης που εντός της συγκρούονται οι αξίες και τα στοιχεία, αυτά τα ίδια που την έχουν συγκροτήσει.
Ένα από τα ισχυρά, από πλευράς νοηματικής και τεχνικής, διηγήματα της συλλογής είναι : «ο φράχτης». Έχουμε την αλληγορική και πάλι γραφή του συγγραφέα σε κρεσέντο εσωτερικού σπαραγμού, όπου ο φράχτης γίνεται ένα σύμβολο επικίνδυνης στασιμότητας: «όλα ήταν αβέβαια, ξεκάρφωτα σαν τον φράχτη, χωρίς προοπτική»κι ο ήρωας ταυτίζεται με το “μπασταρδόσκυλο” που ανέβαινε σ’ αυτόν τον φράχτη και ούρλιαζε δυσοίωνα. Τραγικό διήγημα με τρομερό ελιγμό (“σκυλοζωή”)∙ ο ήρωας ο ίδιος είναι τελικά το “μπασταρδόσκυλο” που “αυτοκτονεί”!
Στο διήγημα «η πλάκα» ο συγγραφέας σαρκάζει ευρηματικότατα. Μια απλή υπόθεση εφοριακής δήλωσης, γίνεται λογοτεχνικό μέσον όχι μόνον μιας εκπληκτικά εικονογραφημένης αφήγησης, αλλά μιας κατάβασης στα έγκατα μιας ύπαρξης. Στην ερώτηση: «έχεις ασφάλεια ζωής;», η απάντηση ανατρέπει κάθε δεδομένο κοινωνικής ισορροπίας: «Μόνο ασφάλεια θανάτου!». Η πλάκα είναι μια ακτινογραφία, που ο ψυχαναλυτικός συγγραφέας Γιάννης Βασιλακάκος την κοιτά ως ακτινογραφία ύπαρξης βλέποντας μέσα σ’ αυτήν τις κοινωνικές αρρώστιες. Παραθέτω απόσπασμα καταπληκτικής περιγραφικής δύναμης: «...Σπηλιές βαθιές και ρήγματα ύπουλα κι επικίνδυνα είχαν σκαφτεί μεθοδικά κι ανελέητα στα έγκατα του φίλου, αφήνοντας τα πνευμόνια του διάτρητα, όπως οι τερμίτες το σαρακοφαγωμένο ξύλο».
Στο διήγημα «ποιητική αδεία», ο Βασιλακάκος συνεχίζει την υπαρξιακή αναζήτηση και σε ένα ακόμα θέμα- στοιχείο ζωής, την τέχνη. Για να σε βαπτίσουν, να σου δώσουν όνομα ώστε να σε “στοιχειοθετήσουν” σ’ ένα δελτίο ταυτότητας, να σε τοποθετήσουν σ’ ένα δηλαδή αρχείο ελέγχου, πρέπει, όπως γράφει ο συγγραφέας, να«σε εγχειρήσουν, να κάνουν μικροεπέμβαση πάνω σου, όπως στην τέχνη “ποιητική αδεία”».
Κανένα σχεδόν θέμα δεν αφήνει ανέγγιχτο ο συγγραφέας – έχει μια συγγραφική τόλμη να τρυπώνει στην ψίχα τους. Στο διήγημα «οι μαύρες τρύπες» στήνει ένα μικρό, αλλά περιεκτικό, θεατρικό μέσα σε τρόλεϋ: ένας συζητά για το αν υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες και ταυτοχρόνως τα όντα ζουν και λειτουργούν μέσα στο τρόλεϋ κι όλα αυτά τα παρακολουθεί ο αναγνώστης σαν να διαδραματίζονται πλάι του γιατί ο Βασιλακάκος έχει αυτήν την άνεση της μεταδοτικότητας, που παίρνει σε κάθε τόπο και χρόνο διήγησής του και τον αναγνώστη της. Στο τρόλλεϋ λοιπόν οι κουβέντες κι οι συμπεριφορές κι ένα χλευαστικό ρεμπέτικο τραγούδι που εισβάλλει κοφτά κι υπονοούμενα και φανερά αδικαιολόγητα, όπως ακριβώς μια πρόκληση, μια αφυπνιστική κίνηση, και μαζί τα μηνύματα στις ταμπέλλες «σώστε την ελληνική οικογένεια – ελληνοχριστιανικό κίνημα», δημιουργούν φιλοσοφικό κράμα όπου μέσα του οι ιδέες αναζητούν την αποσαφήνισή τους, αλλά και τον λόγο ύπαρξης τους. Η εστία του υπονοούμενου είναι «οι μαύρες τρύπες» - θαυμαστές ευρηματικές προεκτάσεις συλλαμβάνει ο συγγραφέας στο χιλιόδραχμο και στον εικονιζόμενο θεό του, τον τυφλό Πλούτο, και κυρίως στα μηδενικά του, στα μηδενικά του χρήματος ως οι πραγματικά επικίνδυνες μαύρες τρύπες. Διαβάζουμε: «Μόλις πρόλαβα κι έδωσα στο μικρό ένα χιλιάρικο. Μου χαμογέλασε αμήχανα. Ήταν σα να μην πίστευε στα μάτια του. Καθώς απομακρυνόμουν, το είδα να ακουμπά το μαγνητόφωνο στο έδαφος και να εξετάζει προσεχτικά το χαρτονόμισμα. Φαινόταν σα να προσπαθούσε να διαβάσει το τετραψήφιο νούμερο στις άκρες, ή ν’ αναγνωρίσει τον εικονιζόμενο αρχαίο θεό. “Δεν μου είπες όμως ανηψιέ, πώς βλέπεις μετά από τόσα χρόνια την Αθήνα, την Ελλάδα μας;” ρώτησε ο θείος. Το παιδί κοιτούσε ακόμη την καφετιά χήνα, περιδεή. Χαμένο στην άβυσσο των αμφιβολιών του, αδυνατούσε να ξεδιαλύνει την αυταπάτη απ’ το θαύμα. Οι μαύρες τρύπες των τριών μηδενικών το είχαν, θαρρείς, καταβροχθίσει οριστικά, υπό το άγρυπνο βλέμμα ενός ωραίου, αλλά αόμματου κι ανάλγητου θεού. “Περίπου σαν εξωγήινος!” είπα».
Ο συγγραφέας, εκτός απ’ αυτό το ξεκάθαρο αποτέλεσμα της διήγησής του, μας έχει κιόλας δώσει ερμηνεία αυτού του υπαρξιακού κωδικού και του συμπλεγματικού κράματος ιδεών κι εννοιών κι αξιών, με ένα ρεαλιστικό όσο κι απεγνωσμένα εμπαικτικό ερώτημα: «Τι όντα ήσαν τέλος πάντων αυτά τα χορτασμένα γραβαντοφορεμένα δίποδα;»...!
Στο διήγημα «Λάθρα ονειρώσσας μαγικήν εικόνα», έχουμε ως αρχική ιδέα σύλληψης της όλης ιδέας του κειμένου τα «σπέρματα της ιδέας». Αξίζει να σταθούμε με προσοχή σ’ αυτήν την συνοχική εξέλιξη σκέψης που απ’ το θεωρητικό “άυλον” των ιδεών καταλήγει στο υλική εφαρμογή των ιδεών. Η διήγηση ξεκινά απ’ την Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, την οποία εύστοχα ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως «θερμοκήπιο», κάνοντας έτσι μια υπόγεια προτροπή να υποθέσουμε πως μιλούμε για θερμοκήπιο ιδεών. Μερικά αποσπάσματα απ’ το διήγημα θα βοηθήσουν εδώ να αποφορτιστούμε απ’ την κριτική μας σκέψη και ταυτόχρονα να κατατοπιστούμε καλλίτερα σε ό,τι αφορά στην λογοτεχνική δύναμη του Βασιλακάκου, αλλά και στην απόλυτα ευσυνείδητη και συνθετική, διανοητική πράξη της συγγραφής του. Ας μου επιτραπεί να αποσαφηνίσω πως ο Βασιλακάκος δεν χρησιμοποιεί το χαρτί ως μέσον παραληρηματικής εκτόνωσής του ή ακόμα χειρότερα ως μέσον ματαιόδοξης καταξίωσης του, ως είθισται να συμβαίνει στην πλειονότητα των λογοτεχνών. Ο Βασιλακάκος σέβεται το υλικό της μνήμης του, τις πληροφορίες, τις εντυπώσεις, τα αποτελέσματα του χρόνου του, και δουλεύει μ’ αυτό το υλικό ως αριστοτεχνίτης, επίμονος κι ακούραστος, χωρίς αμυδρά υποψία προχειρότητος και κυρίως δουλεύει με επίγνωση όλων αυτών των στοιχείων που προσφέρονται απ’ το υλικό του, κι όχι απλώς καταφέρνει να αποκαλύψει την γοητεία της δυναμικής τους, αλλά και να τα εμπλουτίσει με νέα στοιχεία παρμένα όχι από έναν προκλητικά φανταστικό κόσμο, αλλά από δυσδιόρατες πραγματικότητες, όπου μέσα σ’ αυτές, νέες ιδέες ή και ιδέες ανερμήνευτες, ζητούν την έξοδό τους και την λειτουργία τους.
Παραθέτω αποσπάσματα:
«Τα σπέρματα της ιδέας υπήρχαν πάνω σε διάφορα χαρτάκια, που έπρεπε να συναρμολογηθούν σαν κομμάτια παζλ για να βγει η μαγική εικόνα. Η ιδέα υπήρχε λοιπόν, δυνατή και βαρβάτη. Το πρόπλασμα ήταν σχεδόν έτοιμο. Μια αναστολή, ωστόσο, εμπόδιζε την τελική “εκσπερμάτωση”, εκείνο δηλαδή το τελικό γράψιμο που έπρεπε να γίνει μονοκοπανιάς, για να γονιμοποιήσει πλήρως την αρχική ιδέα».
«Μπορεί να ήταν το άδειο των τοίχων, το άδειο των λευκών σελίδων που περίμεναν καρτερικά να γονιμοποιηθούν με το σπέρμα του μελανιού. Μπορεί, τέλος, να ήταν το κενό του μυαλού, η γενικότερη αδράνεια του σώματος και η αποχαύνωση των αισθήσεων, που μου δημιουργούσαν μια ερμαφρόδιτη κατάσταση».
«Λένε ότι το γράψιμο είναι σαν το κοιλοπόνεμα, αφού οι συγγραφείς, μετά το πέρας του έργου τους, νιώθουν εξαντλημένοι, αλλά ανακουφισμένοι. Εγώ όμως κάθε άλλο παρά έτσι αισθανόμουν. Τουναντίον, ένιωθα περίπου σαν λαβωμένο έμβρυο που προορίζεται για το σκουπιδοντενεκέ».
«Η μυωπία μου είχε σίγουρα επιδεινωθεί τελευταία, αλλά και ποιος μου λέει εμένα ότι η σταδιακή μου τύφλωση δεν ήταν παρά προπομπός της πραγματικής; Κόντεψε να μου στρίψει. Δεν ήξερα αν ονειρευόμουν, ή αν όλα αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Σκέφτηκα να φωνάξω, να ρωτήσω τι συμβαίνει. Ήμουν όμως βέβαιος ότι τέτοια ώρα δεν υπήρχε ψυχή σ’ εκείνο τον ψυχρό υπόγειο τάφο, εκτός απ’ την ζωγραφισμένη στο έδρανο γυναίκα με τα ανοιχτά σκέλια.... Ασφαλώς και απαιτούσε θυσίες η τέχνη. Όχι όμως και ανθρωποθυσίες! Γιατί ποιος μου εγγυόταν εμένα ότι δεν θα θαβόμουν ζωντανός, σε περίπτωση σεισμού, καταποντισμού, πυρκαγιάς, βομβιστικής ενέργειας, επιδρομής αλλοφύλων, ή αιφνίδιου θανάτου, κάτω από τόνους μπετόν, μέσα σε εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία και περιοδικά....»
«Η δραματική ειρωνία ήταν πως, ενώ είχα σχεδόν βγει από το αδιέξοδο της τέχνης, σκόνταφτα τώρα πάνω στο αδιέξοδο της ζωής, πράγμα που καθιστούσε αδύνατο να βγω από εκεί μέσα, αφού ούτε τη μύτη μου δεν έβλεπα. Ηρέμησα όμως περισσότερο στη σκέψη πως το σκοτάδι, το συνηθίζει κανείς όπως και το φως».
«Μακαρίως κρεμασμένος απ’ την τεράστια καφετιά ρόγα της Αριάδνης, βύζαινα του καλού καιρού, σαν νεογνό που πρωτοψηλαφίζει τον κόσμο, το αληθινό δέντρο της γνώσης όταν, σε ανύποπτο χρόνο, άρχισα να χάνω διαδοχικά τις αισθήσεις μου. Ακόμη και τώρα που είχα χάσει τ’ αβγά με τα καλάθια και βρισκόμουν στο χείλος της αβύσσου, η βάσκανη μοίρα φαίνεται πως ετοίμαζε ράμματα για τη γούνα μου. Ποιος ξέρει τι παλιές αμαρτίες άλλων πλήρωνα... Έτσι, πριν χάσω εντελώς τις αισθήσεις μου, ή αυτό που λέμε “συνείδηση της πραγματικότητας” και μεταβληθώ σε αμοιβάδα ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι να μεσολάβησε κανένας κατακλυσμός του Νώε, όπως ήταν ο ευσεβής μου πόθος. Και όμως, μου ήταν γραφτό να πνιγώ σε μια κουταλιά νερό».
«... η περιπέτεια του τυφλού Μπόρχες έγινε αιτία να ξαναδώ τον κόσμο μέσα απ’ την παρθένα ματιά των πρωτοπλάστων. Δεν ξέρω αν το πέτυχα, αλλά προσπάθησα, κι αυτό έχει σημασία. Μέσα απ’ αυτήν την προσπάθεια όμως, κατάφερα – χάρη στην αγαστή συναδελφική αλληλεγγύη κάποιων Ελλήνων και ξένων ομοτέχνων μου – να σκαρώσω έστω κι ένα ανορθόδοξο διήγημα, με το οποίο σκεφτόμουν τώρα να συμμετάσχω στον διαγωνισμό. Δεν ήμουν βέβαια κανένας Θησέας που είχε δαμάσει το Μινώταυρο της γλώσσας. Στ’ αλήθεια στα ψέματα, όμως, ένιωθα σαν άλλος Λάζαρος που, χάρη σε μια λάθρα ονείρωξη, είχε βρει το δρόμο του στον απάνω κόσμο. Γι’ αυτό και θα υπογράμμιζα την πρόταση: “δεν νιώθω πως έχω ξεγράψει τον εαυτό μου”.....».
Στο διήγημα «η ανακομιδή» που σημαίνει συγκέντρωση των οστών απ’ τους τάφους με προορισμό το οστεοφυλάκιο, ο Βασιλακάκος για άλλη μια φορά μεγαλουργεί μέσα σε αυστηρές τραγικές αποχρώσεις, χωρίς όμως εδώ να κάνει προσπάθεια σαρκασμού ή εμπαιγμού ή να αφήσει το θέμα του να προκύψει από υπονοούμενα μεταφορικά λεκτικά σχήματα, αντίθετα, γίνεται σαφής καταγγελιών, τολμηρά στηλιτεύει και δηλώνει ευθέως το συναίσθημα αποστροφής κι αποδοκιμασίας που νιώθει. Τραγικό, υπέροχο, σαφή διήγημα που παίρνει το ρίσκο ο συγγραφέας του, κάθετα να τοποθετηθεί στο τι θεωρείται επιτέλους ηρωικό και τι όχι, τι ηθικό και τι όχι, τι ουσιαστικό και τι όχι. Ο συγγραφέας αυτός διατηρεί την εντιμότητά του, αλλά και την διορατικότητά του, ακόμα κι όταν έχει να αφηγηθεί επί του απολύτως προσωπικού μια μνήμη.
Διαβάζουμε: « Η φωτογραφία απεικόνιζε καμιά εικοσαριά πτώματα, πεταμένα φύρδην μίγδην σ’ ένα χαντάκι. Το κρανίο ενός είχε διαλυθεί από τη σφαίρα και τα μυαλά του, σαν εμετός σκύλου, είχαν πιτσιλίσει τα πρόσωπα και τα ρούχα των άλλων. Η δεύτερη φωτογραφία είχε απαθανατίσει αμέτρητα κρανία, σαν κι αυτά του Πολ Ποτ που είχα δει κάποτε στην τηλεόραση. “Ενθύμια... για να μην χάνουμε και το λογαριασμό ντε!” είπε ψυχρά, σα να επρόκειτο για το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο. Κατόπιν, το ανθρωπόμορφο κτήνος έστησε τις δυο φωτογραφίες μπροστά απ’ το ανθοδοχείο – αδιάψευτους μάρτυρες των ηρωικών άθλων του – για να τις καμαρώσουμε καλύτερα... Ο πατέρας δεν μίλησε. Ένα μυστηριώδες χαμόγελο είχε παγώσει στο πρόσωπό του. Όταν βγήκαμε έξω μου ’ρθε να ξεράσω από φρίκη και αηδία. Ο κόσμος είχε αναποδογυριστεί μέσα μου. Νόμιζα πως ζούσα στην πιο εφιαλτική κόλαση. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για τον πατέρα και τους “ηρωικούς” φίλους και συναγωνιστές του, που δεν τολμούσα καν να τον αντικρίσω στο πρόσωπο. Καθώς επιστρέφαμε βουβοί, σε μια στιγμή, γυρίζει και μου λέει: “Έχει φάει εκατοντάδες κεφάλια κομμουνιστών και συνοδοιπόρων τους”. Και σα να ήθελε να προλάβει τυχόν ένστασή μου, βιάστηκε να προσθέσει: “Κατά βάθος δεν είναι κακός άνθρωπος. Ήταν όμως η κατάσταση, βλέπεις... Το καθήκον στην πατρίδα... Άλλοι καιροί τότε...”. “Γιατί μ’ έφερες εδώ;” ήθελα διακαώς να διαμαρτυρηθώ. Με ποιο δικαίωμα επέτρεψες στον “ήρωά” σου να εκτελέσει έτσι εν ψυχρώ, και μάλιστα μπροστά στα μάτια σου, το δικό μου όνειρο; Πώς – στο Θεό που πιστεύεις! – μπορώ πλέον να είμαι “υπερήφανος που εγεννήθην Έλλην;” ψόφαγα να του πετάξω κατάμουτρα, κι ας ήταν πατέρας μου... Αντ’ αυτού, ένας βουβός λυγμός πνίγηκε στο στέρνο μου. Ήταν για την τελευταία ανακομιδή –“συγκομιδή” την είχε πει ο “ήρωας” – λειψάνων των τελευταίων ανώνυμων μαρτύρων μιας πράγματι “ηρωικής εποχής”. Ήταν για τον πατέρα που δεν υποψιαζόταν το σπαραγμό μου. Ήταν για το ομορφότερο όνειρο που μόλις πριν λίγο έθαψα. Αλήθεια, “ποιος γιόμισε τα ρούχα μου δάκρυα/ και νεραντζάνθια;” Η ανοιξιάτικη νύχτα, με το χλωμό της φεγγάρι, ήταν ανυπόφορα γλυκιά, μεθυστική, απ τους λεμονανθούς των περιβολιών. Κάπου μακριά, ένας γκιώνης μοιρολογούσε απαρηγόρητα».
Τo διήγημα «πουλάκι ξένο», αναδεικνύει κυριολεκτικά τον συναισθηματικό απόηχο της φυγής και της εγκατάλειψης, που έκλεινε μέσα του το τραγούδι «πουλάκι ξένο ξενιτεμένο» (ερμηνεία Γιώτα Βέη), και που συνόδευε και τους μετανάστες και τους οικείους τους που ως καρτερικές σκιές έμεναν πίσω να θυμούνται να περιμένουν, μέχρι να ξεχάσουν να περιμένουν. Ο θάνατος, στο διήγημα, κρατά τον ρόλο της απιστίας ή και της ανατροπής κάθε σχεδίου, ή και ακόμα πιο τραγικά της απαξίας κάθε σχεδίου.
Ας μου επιτραπεί να αναφέρω εδώ ένα στίχο για την χιλιοτραυματισμένη Κύπρο,του εξαίρετου μουσικοσυνθέτη και πρωτοπόρου ποιητή Ανδρέα Αρτέμη: «Είμαστε εδώ, μια χούφτα λυχνοστάτες, του κούφιου καραβιού φιλόπονοι δράκοντες...».Ένας απ’ αυτούς τους λίγους λυχνοστάτες είναι ο Γιάννης Βασιλακάκος∙ “κρατά” το φως της Ελλάδας που λιγοστεύει...∙ αναμοχλεύει την μνήμη μας, επαναπατρίζει την συνείδησή μας...
Στο διήγημα «κόβοντας το νήμα του χρόνου», ο συγγραφέας με ευφυείς, ταχύτατους νοηματικούς ελιγμούς, εξελίσσει το εύρημά του, το βασισμένο σε μια λέξη που ερευνάται σε σταυρόλεξο: «Οριζοντίως. Ανώδυνος θάνατος. Δέκα γράμματα». Σ’ αυτό το διήγημα ο συγγραφέας γίνεται περισσότερο φιλοσοφικός κι υπονοούμενος και λιγότερο προσεκτικός στη δομή του ύφους. Ο ήχος που προκύπτει απ’ τις επαναλαμβανόμενες σμικρύνσεις (“λαλίτσα”, “φωνούλα”, “καθρεφτάκι”, “κοριτσάκι”,“κουκλίτσα” κ.ά.), γίνεται ενοχλητικός και προσδιορίζει αδυναμία του συγγραφέα να συλλάβει και να μας μεταδώσει το συναίσθημα της τρυφερότητας και αθωότητας με πλοκή λόγου και εσωτερικότητα μεγέθους κι όχι, όπως πράττει με εξωτερικές σμικρύνσεις, που και δεν ανταποκρίνονται σε καμία οπτική, ή άλλη υπονοούμενη και μεταφυσική, πραγματικότητα. Οι σμικρύνσεις αυτές, που μόνον από Έλληνες συγγραφείς συμβαίνουν, φαινομενικά διευκολύνουν τους συγγραφείς να περιγράψουν ένα μέγεθος, αλλά στην ουσία, τους σακατεύουν το γραπτό τους και αναδεικνύουν την αδυναμία τους να εικονογραφήσουν εκ των έσω τα μεγέθη κι ίσως ακόμα, αναδεικνύουν και μια διάθεση προχειρότητας, βιασύνης που τους διακατέχει, όταν επιβαρυντικοί απ’ τον συναισθηματικό τους κόσμο, θέλουν να τον εκφράσουν, να το εκβάλλουν από μέσα τους γρήγορα ως μία πράξη ανακούφισης. Αδιάκοπα, προειδοποιώ γι’ αυτόν τον συγγραφικό κίνδυνο των σμικρύνσεων των λέξεων, που τείνει να γίνει πια κατάρα των ελλήνων λογοτεχνών. Αναρωτιέμαι γιατί οι Έλληνες συγγραφείς δεν αντιλαμβάνονται πως δεν επιτρέπεται, λογο-τεχνικά, να εκβιάζεις την συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη, αλλά να τον πείθεις να συμμετέχει στην συναισθηματική σου παρότρυνση. Στον ρόλο του λογοτέχνη, θα πρέπει να είμαστε τεχνίτες του λόγου κι όχι εκβιαστές συναισθημάτων, αφού δεν παίζουμε ρόλο ιεραπόστολου που προσπαθεί να προκαλέσει δέος και οίκτο, για να “κατασκευάσει”πιστούς. Μολονότι δεν είναι τόσο οδυνηρά τα πράγματα σ’ αυτό το διήγημα του Βασιλακάκου, αφού το σώζει φιλοσοφικά, ευρηματικά κι υπονοούμενα, κρίνω πως έπρεπε να αναφερθώ σ’ αυτό το ελάττωμα, γιατί αν το προσπερνούσα, θα το “καθιέρωνα” κι ως αμελητέο συγγραφικό σφάλμα, ενώ είναι καταστροφικό στην ερπυστική διαδρομή του.
Το διήγημα «ενύπνια, οράματα και θάματα», όπως εισαγωγικά διευκρινίζει ο συγγραφέας, δεν του ανήκει. Μας εξηγεί πως αυτή η διήγηση ανήκει στον μετανάστη Κώστα Κλωνή και την οποία ο μαγνητοφώνησε το 1991 και παραθέτει στο βιβλίο του σχεδόν αυτούσια. Θεωρώ πως ήταν λάθος του Βασιλακάκου να εντάξει στο βιβλίο του, ένα τόσο κακόηχο και όχι σημαντικό κείμενο που μάλιστα δεν φέρει αυτός την ευθύνη της συγγραφής του, και γι’ αυτό ακριβώς διπλά ευθύνεται! Φέρει την ευθύνη μιας κακής επιλογής, συναισθηματικά κινούμενος, και φέρει και την ευθύνη του ό,τι εντάσσει στο βιβλίο του τον λόγο κάποιου άλλου και τον επιβάλλει στον αναγνώστη, ο οποίος αναγνώστης προσπαθώντας να αντιληφθεί την σκοπιμότητα μιας δημοσίευσης που δεν ανήκει στον συγγραφέα, υποχρεώνεται να το διαβάσει και να υποστεί ένα κακό από κάθε πλευρά κείμενο. Γιατί άραγε ο εκλεκτός αυτός συγγραφέας Γιάννης Βασιλακάκος, πήρε επάνω του το ρίσκο της δημοσίευσης ενός τόσο κακόφωνου, πλαδαρού, κι όχι σημαντικού θέματος, γραπτού, δέκα ολόκληρων σελίδων και μάλιστα στο διασαφητικό του σημείωμα, σχεδόν δοξολογεί την διανοητική δύναμη αυτού του μετανάστη;! Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα, αλλά υποπτεύομαι πως ο Βασιλακάκος τραυμάτισε το βιβλίο του μ’ αυτό το λάθος, αφ’ ενός κινούμενος συναισθηματικά κι αφ’ ετέρου επειδή, ίσως, θεώρησε πως η αφήγηση αυτή του μετανάστη έχει νοηματικά φιλοσοφική προέκταση και εντάσσεται στο γενικό υπονοούμενο που προκύπτει από «της Χλόης τα απόκρυφα».
Η συλλογή διηγημάτων κλείνει με την φανταστική συνάντηση του μετανάστη μ’ έναν εθνικό ποιητή, τον Κωστή Παλαμά· («συνάντηση με τον Παλαμά»). Αν και ευρηματικά ευστοχεί, δεν είναι απ’ τα καλλίτερα της συλλογής· είναι κραυγαλέα μελό και υποτονικού ύφους με μάλλον άστοχες επικριτικές αποχρώσεις που παραπέμπουν σε μια γκρίνια, αδικαιολόγητη για έναν θαυμαστά διεισδυτικό συγγραφέα σαν τον Γιάννη Βασιλακάκο· έναν συγγραφέα που στέκει στο ίδιο βάθρο υπεροχής με τους κλασσικούς συγγραφείς και τους ελάχιστους εκείνους σύγχρονους εκλεκτούς της ελληνικής πεζογραφίας∙ (Νίκο Γαλάζη, Έλλη Ρόζου, Άνθη Βέργη, Γρηγόρη Χαλιακόπουλο, Γεράσιμο Τσάκαλο, Νότη Κύταρη, Γιάννη Βραχίμη, Κωστή Βερόπουλο, Γιώργο Οικονόμου, Μανόλη Πράτσικα, Κώστα Βαλέτα και μερικούς ακόμα που διαφεύγουν της μνήμης και της γνώσης μου).Αναγκαία θα διευκρινίσω εδώ, πως όλοι αυτοί οι μεγάλοι συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου και του Ντοστογιέφσκι, έκαναν τα συγγραφικά τους λάθη είτε στους χειρισμούς του θέματος, είτε στους χειρισμούς του ύφους. Παρ’ εκτός ίσως του Νικολάι Γκόγκολ και του Άντων Τσέχωφ, όλοι οι άλλοι έχουν σε κάποια έργα τους ένα κάποιο συγγραφικό σφάλμα. Συμβαίνει λοιπόν και είναι εγκληματικό μόνον όταν επαναλαμβάνεται κι όταν καθιερώνεται ως τρόπος σκέψης του συγγραφέα. Εκείνοι που απέδειξαν με το σύνολο του έργου τους πως δεν υποτάχτηκαν στην όποια λανθασμένη συγγραφική συμπεριφορά, τοποθετήθηκαν στο βάθρο των συγγραφέων που νίκησαν την κριτική αμνησία του χρόνου. Το ίδιο απέδειξε κι ο Γιάννης Βασιλακάκος, τόσο στα περισσότερά του διηγήματα, όσο και στο μυθιστόρημά του «Το κόλπο».Ο Γιάννης Βασιλακάκος φιλτράρει τα γεγονότα μέσα απ’ την φιλοσοφική του σκέψη και ως εξαίρετος τεχνίτης του λόγου, προσφέρει το απόσταγμα τους, πολύ δυνατό, όχι ως βάλσαμο, αλλά ως πικρό, συχνά επικίνδυνο, φάρμακο θεραπείας για τις ειδικές εκείνες αρρώστιες της ανθρώπινης ύπαρξης που προκαλούνται από μυστικές συγκρούσεις· αποχωρισμοί συνειδήσεων πρώτα κι ύστερα αποχωρισμοί τόπων, μορφών, συνθηκών. Αποχωρισμοί που εξελίσσονται σε νόστους και νόστοι που εξελίσσονται σε αμνησίες, γιατί κάθε αποχωρισμός κρατά έναν “χρόνο κενού”, που όσο προσπαθείς να τον γεμίσεις με θύμησες, τόσο και περισσότερο αυτός αδειάζει απ’ αυτές, συλλέγοντας νέα συμβάντα, που εσύ σ' αυτά δεν συμμετέχεις. Ο μετανάστης μοιραία θα αιφνιδιαστεί, θα απογοητευτεί, και τελικά κάποτε θα αντιληφθεί πως κινήθηκε μεταξύ δύο “χρονικών κενών” – εκεί που πήγε, θυμόταν αυτά που άφησε πίσω του, άρα δεν ταυτίστηκε με το «εκεί», κι όταν επιστρέψει στο σημείο απ’ όπου και ξεκίνησε την φυγή του, διαπιστώνει πως αυτό δεν τον περίμενε· το σημείο εκκίνησης του μετανάστη, έχει μετακινηθεί, έχει δηλαδή εξελιχθεί, που σημαίνει έχει μεταλλαχθεί σε άλλος οργανισμός. Αυτά τα δύο “χρόνου κενά”, λειτουργούν μόνον στις ανθρώπινες ψυχές, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κενό, ούτε καν χρόνος προσδιορισμένος – ο χρόνος είναι αέναος κίνηση που ποτέ δεν σταματά και ποτέ δεν χάνεται, και το κενό είναι απλώς ασαφές με δυσδιάκριτα και δυσδιάλυτα τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων στοιχείων. Αλλά για τον άνθρωπο τα όρια του, ο χρόνος του, ο τόπος του κι όλα αυτά που τον κάνουν κτήμα των άλλων και που τον κάνουν να προσπαθεί να κάνει κτήμα του τους άλλους, δεν είναι παρά η μνήμη του. Ο άνθρωπος είναι ολόκληρος η μνήμη του – και η αμνησία του μνήμη είναι. Ο Γιάννης Βασιλακάκος στα διηγήματα του αποκαλύπτει ουσιαστικά, την απάτη της μνήμης, αλλά και την γοητεία, και τον πόνο αυτής της απάτης.
Ο Γιάννης Βασιλακάκος, συν όλων των εξαίρετων στοιχείων της γραφής του, που όσο μου επέτρεψε η αντίληψη μου, εντόπισα και προανέφερα, έχει και μια ακόμη συγγραφική δύναμη που θεωρώ πως είναι και η πιο σημαντική- λειτουργεί ως αεροθάλαμος διαφορετικών χνότων. Δεν συλλέγει γεγονότα, αλλά αναπνοές ανθρώπων, που σημαίνει συλλαμβάνει εκείνη την σημαντική ιδιαιτερότητα της στιγμής της σκέψης και στην συνέχεια συρράπτει την μία στιγμή σκέψης με την άλλη, μέχρι που να δημιουργήσει ένα αρτιμελές διανοητικό σώμα, ικανό πλέον να εκφραστεί σε επαρκή χρόνο.
Συλλογή διηγημάτων – συλλογή χνότων! Κάθε παλμική αράδα τους, μια ασταμάτητη νυκτεγερσία στις περίσκιες συνειδήσεις μας.

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
-συγγραφέας
-μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας
-ιδρύτρια του περιοδικού τεχνών και γραμμάτων «Αλεξίσφαιρο»
-ανταποκρίτρια πολιτιστικών ραδιοφωνίας και τηλεόρασης

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ

Ο Γιάννης Βασιλακάκος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας Λακωνίας το 1951. Σπούδασε Αγγλική και Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, από το οποίο πήρε πτυχίο Φιλολογίας, Μάστερ και Διδακτορικό. Επίσης πήρε δίπλωμα διερμηνείας και μετάφρασης από το Πανεπιστήμιο R.M.I.T.
Έχει δημοσιεύσει 10 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, δοκίμια/κριτικές), ενώ η μεταφραστική του παραγωγή ανέρχεται σε 8 βιβλία Ελληνοαυστραλών, Αυστραλών και Ελλήνων συγγραφέων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η τελευταία αυτοβιογραφία του Αυστραλού νομπελίστα Πάτρικ Γουάιτ, Ψεγάδια στον Καθρέφτη.
Έργα του Γιάννη Βασιλακάκου έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά και κινέζικα και διδάσκονται σε λύκεια και πανεπιστήμια αγγλόφωνων χωρών.

24 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 2010