Translate

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Η ΑΥΛΟΦΟΡΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ - Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη - Ομιλία 2009

 Η ΑΥΛΟΦΟΡΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ


Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

(ομιλία Παρασκευή 25 Σεπτέμβρη 2009 -
βιβλιοκαφέ "έναστρον" Σόλωνος 101 Αθήνα)

Εκείνο που ιδιαίτερα “ψηλαφίζεται” στην ποιητική γραφή του Σωτήρη Παστάκα, είναι η νοηματική αμεσότητα που ξεπερνά τα όρια της ομολογίας...∙ μετεωρίζεται σε έντονη δόση μαζοχιστικής αποκαλυπτικότητας που προσεγγίζει τα δεδομένα του «απαθούς πόνου». Ταυτόχρονα – κι ενώ είναι τόσο αποκαλυπτικός σε ό,τι αφορά στα συναισθήματα και στις πράξεις του – δίνει εικαστικά την πρέπουσα φιλοσοφική προέκταση στο «βιωματικό» και στο «προσωπικό», ώστε την ποιητική κρίση του να την αποδέχεται ο αναγνώστης του ως χώρο κοινής διανοητικής και βιωματικής πορείας. Καταφέρνει να εικονογραφεί τον λόγο του με συμβολικά ψυχογενή τεχνάσματα που διόλου, όμως, δεν έχουν την τραχεία ρεαλιστικότητα ή ονειρική πολυπλοκότητα του σουρεαλισμού. Αντιμετωπίζει το «κοσμικό» ως έργο που απέναντί του στοιχειοθετείται, αλλά, και που τον αφορά δια μέσου προσωπικού φιλτραρίσματος να το αποκωδικοποιήσει - να το ερμηνεύσει συλλειτουργικά ως είναι ρόλος-μέρος κι ο ίδιος. Αυτή η διαδικασία σηματοδοτεί την εξπρεσσιονιστική του συμπεριφορά πάνω και μέσα στο ποιητικό υλικό του.Συνεπώς, για τον εξπρεσσιονιστή Παστάκα, ο λόγος διατηρεί την ορθολογιστική κατανομή του, αλλά εξυψούται σε υπερδιανοητικά τοπία με πλήθος παρομοιώσεων, μεταφορών και μετουσιώσεων στοιχείων, ως υπονοούμενη διάσταση του δεδομένου κόσμου.Διερχόμενος αυτής της εικαστικής λογοτεχνικής ιχνογραμμής, ο Σωτήρης Παστάκας, επιτρέπει στα συναισθήματά του - τα προερχόμενα από κρίσεις λεπτής παρατηρητικότητας - να διακριθούν σε τόνους εξαιρετικά αμυδρούς, έτσι ώστε να εισχωρούν στο συνειδητό και υποσυνείδητο του αναγνώστη χωρίς να καταγράφονται ως εκρηκτικοί μηχανισμοί που πυροδοτικά θα ανατρέψουν την διανοητική- ψυχική ισορροπία του αποδέκτη τους.Έτσι, τα όσα ο Παστάκας ειρωνεύεται, τα όσα τον απωθούν, τα όσα τον προβληματίζουν και κυρίως τα όσα τον φοβίζουν κτλ, δεν τα δίνει με διασταλτικές κραυγές και ιεραποστολικό κηρυχτικό λόγο... Ακολουθεί την νηφαλιότητα της συνθηματικής εικαστικότητας π.χ.:
α) Διαπιστώνουμε την έννοια της ελευθερίας κι αντίστοιχα της υποδούλωσης δια μέσου μνημονικού, στο ποίημα:
«Στις αδιέξοδες νύχτες,ο γάτος μου κουλουριάζεται, νίπτει τα χέρια του, τα πόδια του...πάει και βρίσκει το καλαθάκι – τον τελικό του προορισμό –να ονειρευτεί για άλλη μια φορά, πως ήταν αίλουρος»(απ’ την συλλογή «Χόρχε»)
β) Διαπιστώνουμε την έννοια της θρησκευτικής πίστης και του ενοχοποιητικού συνδρόμου της κι αντίστοιχα την απενοχοποίηση ως φυσικό συμπέρασμα, στο ποίημα:
«Ο γάτος μου κι εγώ σε καθολικό ναόκι άσε τους πιστούς, μια να ρίχνουν το βλέμμα τους στο γάτο μου γονατιστό και μια σε μένα.Ποιός εξομολογείται απ’ τους δυο και ποιός την άφεση αρνείται – μυστήριο μέγα!»(απ’ την συλλογή «Χόρχε»)
γ) Διαπιστώνουμε την έννοια της εξάγνισης κι αντίστοιχα την απομυθοποίησή της δια μέσου του οργανικού θανάτου, όπου η ιερότητα εντοπίζεται στην υλική της υπόσταση κι όχι σε θρησκοκρατούμενους κώδικες, στο ποίημα:
«Το ιερό κι αγιασμένο σώμα του γάτου μου,το άρπαξα από τη φωτιά,το έσωσα πριν το περιχύσει το ελαιόλαδοκι έτσι λευκό το παρέδωσα στην φροντίδα μου.Άφροντις ων, λευκός κι εγώ εν ταις αμαρτίαις μου, σώφρων μέσα στην τρέλα μου,αθώος εν τη παρανομία μου,κατάλευκος μες στα καλά μου αισθήματα και γνήσια συναισθήματα,το άγιο σώμα του γάτου μου, προσκύνησα...έδωσα όρκο ευτελή, να μην τον δω ποτέ να σταυρώνεται,να μην του τύχει ποτέ η δεξίωση του Σταυρούκαι οι λογιών λογιών Αναστάσεις.Αν είναι να πεθάνει – απλώς ας πεθάνει». (απ’ την συλλογή «Χόρχε»)
Αυτές οι έννοιες που παρελαύνουν στα ποιητικά παραδείγματα, και πληθώρα ακόμα σε όλα τα ποιήματα των συλλογών του Παστάκα, θαυμάζουμε το πως είναι δοσμένες με αμυδρά ειρωνία κι απόλυτη εικαστικότητα! Και πως στον αντίποδα αυτών των κατασκευασμένων εννοιών δρα στοργικά, ευεργετικά, ένας θεσπέσιος συναισθηματικός μικρόκοσμος, εγκλωβισμένος αλλά υπαρκτός.
Ο Σωτήρης Παστάκας, είναι η ουσιαστικά πολυσύνθετη προσωπικότητα... Βλέπουμε ψήγματα κυρίως φιλοσοφικού μηδενισμού και στωικής απομυθοποίησης και ταυτόχρονα αντιλαμβανόμεθα μια φορτισμένη δόση υπόγειας λατρείας για το στοιχείο της ζωής και ό,τι στον κόσμο συντελείται.Κι ενώ θα περίμενε κανείς πως θα έχει να κάνει με μια τρισχιδή ποιητική λογική, συμβαίνει το εντυπωσιακό: Ο Παστάκας συνενώνει όλες αυτές τις προαναφερθείσες βασικές συναισθηματοδιανοητικές θέσεις, αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις, φάσεις κι αντιφάσεις. Το ένα εξ αυτών των στοιχείων, όχι απλώς συναντάται με το άλλο, αλλά συνενούται. Γίνεται ένας κορμός υπερκινητικός και διόλου στατικός, που δρα συνειδητά κι υποσυνείδητα και διαμορφώνει ερευνητική τάση και ευρεία αντίληψη στον αναγνώστη. Δηλαδή ο Παστάκας με τον ποιητικό λόγο του, καθώς σε μία αρμονικών σχεδίων και χρωμάτων εικόνα συνενώνει τον φιλοσοφικό μηδενισμό, την στωική απομυθοποίηση και την υπόγεια λατρευτική τάση για ζωή (με όλην την διάσταση της ανάγκης αφ’ενός και αφ’ ετέρου την διάσταση τού «υπάρχω έτσι κι αλλιώς»), καθώς λοιπόν συνενώνει τις τρεις αυτές διανοητικές υπερδυνάμεις, τους καταργεί αυτόματα το στοιχείο της αλληλοσύγκρουσης και συνεπώς της υποδιαιρετικής αδυναμίας τους. (Φανταστείτε να δρούσαν μία – μία αυτές οι δυνάμεις ξεχωριστά...∙ αν και φαντάζουν πανίσχυρες, μοιραία θα συγκρούονταν, θα υποδιαιρούνταν και θα αποδυναμώνονταν, έτσι που κυριολεκτικά θα κατέλυε ολοκληρωτικά ο όποιος είχε εμπλακεί στην δίνη αυτού του διανοητικού – ιδεολογικού- συναισθηματικού τρίπτυχου). Ο Παστάκας λοιπόν, επιλέγει την συνένωση αυτών των τριών, δημιουργεί έναν υπερκινητικό ποιητικό κορμό όπου και ο φιλοσοφικός μηδενισμός και η στωική απομυθοποίηση και η λατρεία για ζωή, συλλειτουργούν προς την κατεύθυνση της έρευνας του «υλικού υπάρχω» που εμπεριέχει και όλα τα επίπλαστα δευτερογενή στοιχεία του πνευματικού, του φανταστικού, του συναισθηματικού και εν γένει των ιδεών και εννοιών.Ο Σωτήρης Παστάκας, επιτυγχάνει αφ’ενός το «υπόγειο άνοιγμα» της αναγνωστικής μας αντίληψης με τρόπο διαβρωτικό κι όχι εκρηκτικό κι αφ’ετέρου, ποιητικά εξασφαλίζει λόγο πολυπλευρικό και διαφορετικό με εικαστικές, ηχητικές, φιλοσοφικές διακλαδώσεις σε χρόνο άπειρο.Ο Σωτήρης Παστάκας στην διακλαδωτική ποιητική του κατάθεση, μεταχειρίζεται το ιδιαίτερό του ψυχόχρωμα ως εύκαμπτο υλικό που πάνω του αποτυπώνονται τα κοσμικά νοήματα.Τα κοσμικά νοήματα οικοδομούνται από συμπεριφορές, άλλοτε τραχειές κι άλλοτε τρυφηλές που συνθέτουν ένα νοηματικό τοπίο άλλοτε φιλοσοφίας, άλλοτε σαρκασμού, άλλοτε απογοήτευσης, άλλοτε πόθου κτλ κυρίως όμως συνθέτουν μια έρπουσα ομιλία του ανθρώπου με την όποια ιδιαιτερότητα του - μια δηλαδή ασχημάτιστη χρονική στιγμή που ιδιωτεύει στο «εγώ» του το «εγώ» του.Το στοιχείο αυτό για να το αναδείξει ένας ποιητής, είναι σχεδόν ακατόρθωτο, γιατί ο άνθρωπος, παρά την ανάγκη του να μιλήσει, δεν προτίθεται και να αποκαλύψει κι έτσι σχεδόν κωδικοποιεί τον ψυχικό του λόγο, τον περιχαρακώνει με σωρεία υπονοούμενων κι αλληγορικών στοιχείων και συχνά τον κάνει απόρθητο στην “αναγνωστική” εισβολή. Παρατηρούμε το φαινόμενο πως κι οι εκτός τέχνης άνθρωποι κακοποιούν τον εσώτερό τους κόσμο όταν προσπαθούν να τον συστήσουν μεγαλόφωνα – αυτό συμβαίνει γιατί κι οι ίδιοι έχουν πια ξεφύγει απ’ το χρονικό εκείνο διάστημα που σύλλεξαν εκείνο το όποιο κομμάτι της καταγεγραμμένης μνήμης κι αδυνατούν να επιστρέψουν και να ξαναενσωματωθούν με τα συναισθηματικά, ιδεολογικά ή άλλα, στοιχεία του, ώστε και να τα αποδώσουν στο γενεσιουργό νοηματικό τους μέγεθος και όριο. Ο Σωτήρης Παστάκας επιτυγχάνει στην απόδοση των νοηματικών χρωμάτων και σχημάτων γιατί δεν ζωγραφίζει ποιητικά απλώς την όποια κατάσταση, αλλά, επιστρέφει στον «ποιητικό χρόνο» της, ενσωματώνεται με τα στοιχεία της και την αποδίδει ως μία πράξη που γίνεται «τώρα» κι όχι «χθες».
Ο Σωτήρης Παστάκας αρνείται στον εικαστικά ποιητικό λόγο του, κάθετί επιτηδευμένο ως όριο και προδιαγραμμένο ως εντολή. Αυτοσκηνοθετείται σε μια σκηνική πολυχρωμική και λεπτοσκιαγραφική επιφάνεια, ζοφερής ψυχικής αυλαίας, όπου κάθετί το οποίο εκεί εικαστικά ερμηνεύεται, φωτίζεται αποκλειστικά και αναδεικνύεται ως κυρίαρχος ρόλος. Έτσι, στην εικαστικοηχητική ικανότητα του Σωτήρη Παστάκα, η κάθε ξυλοχρωμική γραμμή, η κάθε πινελιά, το κάθε μολυβόγραμμα του κοσμικού γίγνεσθαι, μας αποκαλύπτει την δική του εκφραστική ισχύ και σημασία.Ο χαρισματικός αυτός ψυχο-εικαστικός ποιητής, δείχνει να έχει αντιληφθεί πως εικαστική ερμηνεία υπαρξιακής συμπεριφοράς-ψυχικού ρόλου, σημαίνει αποκάλυψη μηνυμάτων του εκάστοτε ρόλου, κι όχι απομίμηση ρόλου.Ο Σωτήρης Παστάκας λοιπόν, πρώτιστα αντιλαμβάνεται την «λειτουργική» σημασία της εικόνας, κατανοεί τον ρόλο της, ύστερα μεταφέρει τον ηχοχρωματικό εσωτερισμό της εικόνας – ρόλου στην εικαστική επιφάνεια της γραφής του κι εν συνεχεία αυτή η ιεροτελεστιακή συμπεριφορά του ρυθμίζει και τις εκφραστικές συσπάσεις των μορφών που αποδίδει και την χειρονομιακή τους κίνηση. Γι’ αυτό η ποιητική του ερμηνεία δεν πάσχει από κραυγαλεότητες, πλουραλιστικά βάρη, φορμαλιστικούς εντυπωσιασμούς, υπερκινητικούς αυτισμούς, κι ούτε ασφαλώς πάσχει από ψευτοδιανοούμενες βαρύθυμες κι ατσαλάκωτες πόζες και μονότονα ψυχρές κι αργές εκλεπτυσμένες χρωστικές επιστρώσεις. Δεν είναι διακοσμητής λέξεων κι υποκριτής πρέσβης ήθους - είναι εισηγητής νέου καθαρού -συνειδησιακά βιωμένου- λόγου. Ο εκάστοτε ποιητικός συνδυασμός του, στηρίζεται σε -ενδόμυχα βιωμένη- συναισθηματική διασταλτικότητα, εικαστική αντίληψη και επίγνωση της υλικής και διανοητικής σύστασης του κόσμου.Είναι σημαντικό να διευκρινισθεί πως για να καταφέρει κανείς να αναδείξει εικαστικά τον εσωτερισμό ενός ρόλου, δεν το επιτυγχάνει με το να ταυτιστεί με τον ρόλο, αλλά με το να κατανοήσει, να αντιληφθεί τις συνθήκες του όποιου χωροχρόνου κινήθηκε αυτός ο ρόλος. Ο Σωτήρης Παστάκας όταν ποιεί εικόνα πχ. έναν άνθρωπο μπροστά στον θάνατο, ή στην πείνα, ή στον έρωτα, δεν ερμηνεύει το κοινωνικοπαράδοτα άθλαστο κλισέ «πονάω και ουρλιάζω», αλλά ερμηνεύει – εικάζοντας- την γνώση του θανάτου, ή της πείνας ή του έρωτα κτλ κτλ. βρίσκει δηλαδή τον χώρο και τον χρόνο της ίδιας αυτής καθ’ αυτής της γνώσης των συνθηκών.Ο Σωτήρης Παστάκας, κατάφερε να εικονοποιήσει την γνώση των συνθηκών, ακριβώς γιατί πρώτιστα κατέκτησε την γνώση των συνθηκών. Δηλαδή, είδε την ανθρώπινη ζωή κι ό,τι σε αυτήν συντελείται σαν επιμεριστικό υλικό που το ερεύνησε, το εξέτασε, το μυθοποίησε και το απομυθοποίησε, κρατώντας ως απόσταγμα όλης αυτής της εγκεφαλικής διαδικασίας την ουσία του «τίποτα» που μεταβλητή απ’ τις ψευδαισθήσεις γίνεται «κάτι».
Η αυλοφόρος ποιητική γραφή του Σωτήρη Παστάκα δίνει διεξόδους στα νοήματα που συσσωρεύονται στην ψυχική μας κατακόμβη και θρομβώνουν στην μνήμη μας κατά την δυσκινητική τους διαδικασία. Διαλύει τους θρόμβους και διευκολύνει την οξυγόνωση στο διανοητικό αίμα.
Ο Σωτήρης Παστάκας καθώς εικάζει – εικάζεται, καθώς “ζωγραφίζει” τον έξω απ’ αυτόν κόσμο, ταυτόχρονα αποδίδει το δικό του υπαρξιακό τοπίο με τα όποια σχήματα και χρώματα αυτό συντελέστηκε μέσα σε μια υποσυνείδητα αιμάσσουσα πορεία και έμεινε άκαφτο από μια πυρίμαχο, καλά κρυμμένη ευαισθησία. Ζωγραφίζοντας, με την αθωότητα που έχει ο ανειδίκευτος ψυχικός χρωστήρας του, μεταβάλλεται κι ο ίδιος σε ζωογόνο πολυχρωμικό στοιχείο για κάποιους από εμάς, που η ζωή μας, έμοιαζε με θλιβερή άχρωμη βιβλιοταξία.

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
-συγγραφέας
-ιδρύτρια του περιοδικού "Αλεξίσφαιρο"
-μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας

"ΠΕΘΑΝΑ...ΑΛΛΑ ΣΑΣ ΒΛΕΠΩ" ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ μυθιστόρημα - κριτική Κατερίνα Ν, Θεοφίλη

 "ΠΕΘΑΝΑ...ΑΛΛΑ ΣΑΣ ΒΛΕΠΩ"

 μυθιστόρημα Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

(εικονογράφηση: Χρήστος Αντωναρόπουλος)

(Το κείμενο της Κατερίνας Ν.Θεοφίλη για το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Κώστα Βαλέτα "Αιολικά Γράμματα")


Στην πρώτη «παράφορη ενθουσιασμού» ανάγνωση του βαθύρριζου μυθιστορήματος «Πέθανα... αλλά σας βλέπω», νομίζεις πως έχεις να κάνεις μ’ έναν αναπτυγμένο και καλά δομημένο εξπρεσσιονισμό που γλύφει τα έγκατα μιας σουρρεαλιστικής διάθεσης, όπου οι εικόνες διαχέονται η μία στην άλλη και αυτοματικά σχηματοποιούν νέες καταστάσεις. Σου μένει μια εντύπωση στοιχείων που ‘‘δολοπλοκούν’’, ‘‘συνουσιάζονται’’, ενώνονται και διασπόνται στον αέρα.
Όμως αυτή είναι η γοητευτική παγίδα της ‘‘ποιητικής’’ προανακρουστικής πεζογραφίας του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου – τα πράγματα παρουσιάζονται έτσι, χωρίς καθόλου να είναι έτσι. Υπάρχει ενδόπλαστη συγγραφική μεγαλουργία που δεν μας επιτρέπει να περιοριστούμε σε δοτές ταυτότητες «–ισμών» και μας επιβάλλει να αναζητήσουμε περισσότερα απ’ τα εμφανή πεδία.
Η σπερμογόνος γραφή του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, έχει θαυμαστούς νοηματικούς κωδικούς και εξαίρετους ελιγμούς ύφους, που σηματοδοτούν μια εσωτερική του έρευνα συμπαντικών στοιχείων. Θα μπορούσα να πω πως ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος έχει μια υπεραναπτυγμένη φιλοσοφική σκέψη, που την τοποθετεί μέσα σε ποιητικά (από πλευράς ροής, πλοκής κι εικαστικότητας) πρίσματα, πραγματοποιώντας καινοτομία τόσο στην φιλοσοφία όσο και στην πεζογραφία· (ας προσέξουμε την βαθιά φιλοσοφική παράμετρο του έργου· ο νεκρός ζει και ως ανατόμος εξετάζει το ‘‘πτώμα’’ της συμπεριφοράς του ζώντα κόσμου· στο τέλος αποδεικνύεται πως ο νεκρός δεν ήταν ποτέ νεκρός -κυρίως σε ό,τι αφορά στην γήινη του αντίληψη και στην ευρύτερη, την ενεργειακή του διάνοια - · ήταν μια ταραχωδώς αφυπνισμένη συνείδηση διασπαζόμενη σε πολλές πληροφορίες, ώστε έπρεπε να περισταλλεί ενεργειακά σε κωματώδη κατάσταση, για να ανασυγκροτήσει την κρίση και την οπτική της ενατένιση).
Η υπόθεση όμως της συγγραφικής κατάθεσης του Γρ. Χαλιακόπουλου, που θα απασχολήσει – πιθανολογώ- τον μέλλοντα χρόνο της λογοτεχνίας ως ασύλληπτο σμήνος πρόζυμων στοιχείων, δεν βασίζεται – ισχυρίζομαι- μόνον στην υπεραναπτυγμένη φιλοσοφική του διάνοια και στην πρισματικά ‘‘ποιητική’’ της παρουσίαση... Υπάρχει κάτι άλλο, πολύ ίσως πιο σημαντικό, πολύ ίσως πιο παρακινδυνευμένο... Υπάρχει μια αιμομιγής προσπάθεια του συγγραφέα αυτού, αποκοπής από το ‘‘εγώ’’ του, όπως αυτό συγκροτείται μέσα από οικογενειακές, κοινωνικές κτλ διδαχές... Φανταστείτε έναν άνθρωπο που προσπαθεί να δει χωρίς καθρέφτη την φιγούρα του! Πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Θα του χρειάζοταν μια τέτοια εγκεφαλική προσπάθεια ώστε σχεδόν να διαχωρίσει τις λειτουργίες των εγκεφαλικών θυλακίων έτσι που η μια να μπορεί να κοιτά, να παρατηρεί την άλλη... Αυτό ασφαλώς, αν συνέβαινε, θα ήταν πρώτα και κύρια μια επιστημονική επιτυχία. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε ούτε επιστημονικές, αλλά ούτε και μεταφυσικές συμπεριφορές στην γραφή του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου. Μπορεί κάποιος αν σπάει λέξη την λέξη, γράμμα το γράμμα τους κωδικούς, να φτάσει σ’ αυτό το συμπέρασμα του «σημαντικού» και του «παρακινδυνευμένου» που υπαρξιακά χαρακτηρίζει τον Χαλιακόπουλο.
Αν κάποιος αναγνώστης ήθελε να προσπαθήσει έτσι, ή και έτσι, θα διαπίστωνε πως ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος επιστρατεύοντας μεγάλο μέρος των χημικών ενώσεων του εγκεφάλου του, κατάφερε να δει απέναντί του, ως κινούμενο ρόλο, το ουσιαστικό του «εγώ» - αυτό που είναι συσσωρευμένη ποσότητα ενέργειας και που συνασπίζεται και συνάρχει με την διάχυτη όσο κι ενιαία συμπαντική ύλη.
Κατάφερε το ακατόρθωτο:Να γίνει ο θεατής του! Όχι με ομφαλοσκοπική διαδικασία, αλλά με εντελώς ψυχρόαιμη αποφασιστικότητα να γυρίσει το μυαλό του μέσα στο ίδιο του το μυαλό – να δει εκεί, τους τόσους του ρόλους, να αντιληφθεί τα πολλά υπαρξιακά πορτραίτα του, να καταλήξει -πιθανολογώ- πως δεν είναι «ένας» και πως δεν είναι «εδώ», αλλά είναι μια συσσώρευση πολλών σωμάτων (οργανικών και ανόργανων) σε πολλούς τόπους – χρόνους. Κι ο,τιδήποτε τον αφορά, κατάφερε να το παρατηρεί σαν θεατής του κι όχι σαν μέλος του ήτε οργανικό, ήτε συνειδησιακό, ήτε κοινωνικό. Πραγματοποίησε δηλαδή μια ενδελεχή ψηλάφηση του ζωτικού πόνου, απομονώνοντας την εσωτερικότητα του «ενός πολλαπλού», όπως ακριβώς ο Άγγλος θεολόγος και χημικός Ιωσήφ Πρήστλευ που εντόπισε το 1775 και απομόνωσε το στοιχείο του οξυγόνου, του διοξειδίου του θείου, του ανθρακικού οξειδίου και του υποξειδίου του αζώτου, μέσα σε μια αντιφατική – φαινομενικά – πορεία συγκρουόμενων αναζητήσεων όπως αυτών των θεολογικών και επιστημονικών· (καμμιά φορά, τα αντιμαχόμενα ιδεολογικά στρατόπεδα, υποχρεώνονται κατά την σύγκρουση, σε ερευνητική συνεύρεση των υλικών τους στοιχείων· ένα, ας πούμε αποτέλεσμα, υποχρεωτικής, όσο και απρόσμενης συναρμογής). Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος ως δημοσιογράφος με την απαραίτητη ταχεία ματιά στον επίκαιρο κόσμο, θα περίμενε ίσως κανείς να κάνει μια λογοτεχνία εντός χωρικών του ορίων, που σημαίνει εντός των καθημερινών και των απτών θεμάτων, αλλά διαπιστώνουμε πως η γραφή του διαπερνά τα τεκτενόμενα και τολμά μια περιπλάνηση σε άλλα πεδία, φαντασίας πείτε-τα, εγώ αρέσκομαι να τα λέω ανεξερεύνητα πεδία υλικής διάστασης. Και σ’ αυτά τα πεδία αποτολμά μια αιμάσσουσα διαδικασία αρίθμησης των ιχνοστοιχείων του σύμπαντος κόσμου, του απτού μας κόσμου που κι όμως αγνοούμε γιατί ακριβώς δεν τον είδαμε ποτέ έξω απ’ τον όποιο ρόλο μας. Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος βρήσκει λοιπόν τις ακριβείς αναλογίες του υλικού σύμπαντος κόσμου, καθώς αποφασίζει να συγκρουστεί με τον οικείο του ρόλο και συνεπώς διασπαζόμενος, να τον αποχωριστεί, χωρίς όμως να τον εγκαταλείψει απ’ την ακτίνα παρατήρησής του· (η διαίρεση δεν είναι παρά μια προσθετική αφαίρεση- δηλαδή, καθώς διαιρούμεθα μοιάζουμε να αφαιρούμεθα, αλλά ταυτοχρόνως έχουμε πολλά μέρη-ρόλους).
Ακόμα και τα συναισθήματά του, αυτός ο ευεργετικός για την λογοτεχνία διασταλτικός συγγραφέας Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, τα παρατηρεί σαν ρόλους απέναντί του... Έτσι, ο ίδιος συχνά μοιάζει να έχει μια έκφραση συμμετοχικής εσωτερικότητας σε ό,τι στον κόσμο συντελείται· περίπου ερωτεύεται ζωές ανθρώπων που ποτέ δεν γνώρισε, τρυπώνει μέσα σε ρόλους που σε κανένα θέατρο δεν παίχτηκαν, απομυζεί δηλητηριώδεις ουσίες από ζωές βαθιά θαμμένες στα χώματα. Ο Χαλιακόπουλος, σαν ιδιοσυγκρασία, ‘‘αφουγκράζεται’’ κι όχι απλώς βλέπει τον κόσμο απέναντί του... (ας θυμηθούμε την προτροπή του Κόναν Ντόυλ δια στόματος του ήρωα του Σερλοκ Χολμς : «όταν κοιτάς να ‘‘βλέπεις’’», περίπου έτσι). Αυτό κάνει ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, δεν κοιτά απλώς, αλλά ‘‘βλέπει’’ κι όχι μόνον ‘‘βλέπει’’ αλλά και αφουγκράζεται την παλμική κίνηση αυτού που βλέπει.
Το σημαντικό με τον Γρηγόρη Χαλιακόπουλο είναι λοιπόν πως δεν προσκολλάται σε κανέναν ρόλο, ούτε του εαυτού του, αντίθετα - και θαυμαστά- εξορύσσεται απ’ όλους τους ρόλους κι από απόσταση πλέον αναπνοής, ως να φτιάχνει κρύπτες στον αιθέρα, ‘‘αφουγκράζεται’’ την όποια σιωπηλή, ή υποκριτική τους υπόσταση, και με τρόπο, στη συνέχεια, οδυνηρό, προσοικειώνεται και σώματα και ψυχές (αριθμών εν κινήσει, κατά τον Πυθαγόρειο συλλογισμό), και σκέψεις και συναισθήματα και ιδέες και... και... και...
Θα τολμήσω να πω πως βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο ενός υπερδιανοητικού ατόμου, που χωρίς καν να βάλει τον κόσμο και τον εαυτό του σε δοχεία ζέσεως και να τα εξετάσει ως πειραματόζωα, κατάφερε, συνεχώς μετακινούμενος στα ηλεκτρομαγνητικά του πεδία, να αποκτήσει πολλές οπτικές παρατήρησης και συνεπώς να ερευνήσει βαθύτερα, να φιλοσοφήσει εκτενέστερα και να συγκεντρώσει, συγγραφικά, τα δυσδιάκριτα εκείνα εκατομμύρια ιχνοστοιχεία του σύμπαντος κόσμου, ούτως ώστε να διαπλάσσει έναν λόγο μη ορατής, αλλά απόλυτα υλικής μορφής.
Πώς όμως μεταχειρίζεται ‘‘ηθικά’’ το απόσταγμα αυτής της υπερδιανοητικής διαδικασίας του; Πώς δηλαδή κρίνει το υλικό που ‘‘αφουγκράστηκε’’ με την ριψοκίνδυνη μέθοδο που προαναφέραμε ; Και πώς το παρουσιάζει σε κοινή θέαση;
Είναι Θαυμαστό: Το υλικό που συγκέντρωσε το ξαναδιασπά και το τοποθετεί στο χαρτί σαν κομμάτια παζλ, αλλά που όμως δεν λείπει ούτε ένα! Η εικόνα είναι εκεί! Ο Χαλιακόπουλος είναι συνεπής στην συμπεριφορά του, τόσο στο διαδικαστικό συγκέντρωσης του υλικού του (ως συνεχώς μετακινούμενος στα ηλεκτρομαγνητικά του πεδία), όσο και στην παρουσίαση αυτού του συγκεντρωμένου υλικού – είναι δηλαδή και πάλι συνεχώς μετακινούμενος στα ηλεκτρομαγνητικά του πεδία – γιατί συγγράφει αυτό που ‘‘αφουγκράστηκε’’ κι όχι αυτό που θα προσδοκούσαν άλλοι να έχει ‘‘αφουγκραστεί’’, κάτι δηλαδή συγκεκριμένο, απτό και σαφή. Συνεπώς διασπά το υλικό που συγκέντρωσε γιατί ακριβώς πριν το συγκεντρώσει το ‘‘αφουγκράστηκε’’ διάχυτο και πολυμορφικό. Εφ’ όσον ‘‘αφουγκράστηκε’’ έναν πρισματικό σύμπαντα κόσμο, θα’ ταν ανέντιμο να μην τον παρουσιάσει και πρισματικό, αλλά ως επίπεδο – μονοδιάστατο.
Αυτό κάνει λοιπόν- ξαναδιασπά το υλικό του και το τοποθετεί πρισματικά. θα το δεις γύρω- γύρω, πάνω και κάτω, εντός κι εκτός και σε κάποια ταχύτατη αντανάκλαση φωτός θα δεις την εικόνα!
Ο λόγος του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου είναι θεατρική σκηνή με πολλά επίπεδα και μεγάλη διάσταση... εκεί κινούνται τα φιλοσοφικά του ‘‘πρόσωπα’’ χωρίς προθέσεις νουθεσίας, εκεί ανασχηματίζονται τα ίχνη της μνήμης σε πέλματα διεξοδικά, εκεί ‘‘κρικώνουν’’ οι συναισθηματικές διασπορές και οι πρώτες ύλες κυοφορούνται σε νέες αλληλοσυγκρουόμενες εικόνες προτάσσοντας μια μάχιμη εικαστική αντίληψη, εκεί κι ο σαρκασμός γίνεται το νυστέρι του Δημόκριτου που ανοίγει κρανία, ψαχουλεύει–μαλάζει μυαλά, ψάχνοντας ανέλπιδα να εντοπίσει την γοητευτική ανοησία των ανθρώπων.... και μην μπορώντας τον ιό του ολέθρου μας να βρει, απλώς μιλάει υπονοούμενα και γελάει σαρκαστικά με όλα· (βλέπε «η ιερή τρέλα του Δημόκριτου»).
Το λογοτεχνικό πρόσωπο του Δημόκριτου, είναι ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος. διασπά, διανοητικά, το υλικό και ‘‘αφουγκράζεται’’ εκείνο το συγκλονιστικό ‘‘κρακκ’’ της εκάστοτε στιγμής· ακόμα κι αυτής της ασαφούς, της ασύλληπτης, της απόλυτα άγνωρης, του οργανικού μας θανάτου, την εντοπίζει ως ενεργειακή διάχυση που ανασυγκροτείται και επιστρέφει στον κόσμο της, αυτόν τον ίδιο που αποχωρίστηκε.
Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, ‘‘κλείστηκε’’ στο χαρτί με όση προσοχή απαιτείται σ’ ένα οιακιστήριο διάνοιας και κατάφερε συγγραφικά να μετακινηθεί στον Θάνατο... να ερμηνεύσει εκείνο το δευτερόλεπτο που πολλαπλασιάζεται στο διηνεκές και μεταφράζεται ως απαρέγκλιτον άπειρον και να μας καταθέσει μια φιλοσοφική όσο και επιστημονική υποψία: Μήπως τελικά, δεν πάμε πουθενά; μήπως δεν είμαστε εδώ, αλλά ούτε απέναντι; Μήπως τελικά δεν υπάρχει Θάνατος; Ή μήπως, ο εκπληκτικός αυτός συγγραφέας, με τον ελικοφόρο του λόγο, κατάφερε να μας υποδείξει πως ο Θάνατος είναι Αθάνατος και πως ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τα περί υποτέλειας της θνητότητάς μας;
Σκοπίμως υπερβάλλω· ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος δεν έχει προθέσεις να νουθετήσει την ανθρωπότητα, έχει την ανάγκη να αντιληφθεί την αέναον του κίνηση και να συνομιλήσει με τους συνταξιδιώτες του στην ‘‘μηχανή του χρόνου’’. Δεν τον αφορούν οι ιδέες μέσα στις έννοιες, αλλά οι ρόλοι μέσα στις έννοιες - ερμηνεύει την διάχυτη υλική τους υπόσταση, βγαίνοντας απ’ τον δεδομένο υλικό κόσμο με την ίδια εκείνη αρχέγονη ερευνητικότητα της ανάγκης, όπου το ορμέμφυτο συναντά την ιδιοφυή καταβολή του.

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
-Συγγραφέας
- Μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας


ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ:

βαθύρριζος = έχει βαθειές ρίζες
η αιμομιγής= ανάκατη με αίμα
το προανάκρουσμα= εισαγωγή σε μουσική σύνθεση- ενέργεια που προετοιμάζει άλλη σπουδαιοτέρα ενέργεια
ενδόπλασμα= πρωτοπλαστική ουσία στο κέντρο του κυττάρου
συνάρχει= κυβερνά μαζί με άλλο
ενδελεχής = αυτός που δείχνει ενδελέχεια- αδιάκοπη επιμέλεια
απαρέγκλιτον = που δεν εκτρέπεται, δεν μεταβάλεται, δεν παραβιάζεται
ελικοφόρος = που έχει έλικας – ελέγχουν την βαρύτητα(πτώση) οι περιστροφές στον αέρα.
σπερμογόνος= (σπερματογόνος) = που παράγει σπέρμα (αρχική αιτία, αφορμή)
περιστέλλω= περιορίζω, ελαττώνω
πρόζυμος = προζύμι, μαγιά
προσοικειώνεται = παίρνει με το μέρος του, εξοικειώνεται.
ζέσις = βρασμός
εξορύσσεται = εκβάλλεται, βγαίνει εκ των έσω, εξάγεται απ’ την γη κτλ
υποτέλεια = η υποχρέωση να πληρώνει κανείς φόρο σε εκείνον που τον εξουσιάζει.
οιακιστήριο = θαλαμίσκος που υπάρχει ο οίακας- το τιμόνι - του πλοίου 
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗ «τομάρι του πόνου», «Τα φριχτά της άνοιξης πρόσωπα» ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ εκδήλωση 2010

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΤΣΙΜΑΝΗ

Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη


(εκδήλωση για το έργο του Δ. Κατσιμάνη – Σάββατο 25 Σεπτέμβρη 2010 βιβλιοπωλειον «Ρήγας»)

ΒΙΒΛΙΑ «τομάρι του πόνου», «Τα φριχτά της άνοιξης πρόσωπα»

Ο τρόμος κι ο πόνος – μεταβλητός- σ’ όλο το μέγεθος της λογοτεχνικής συνθηματολογίας.

Στο ‘τομάρι του πόνου’ το σουρεαλιστικό στοιχείο είναι μια φειδωλά αμυντική στάση, ένα σύνθημα η ποίησή του.

Λογοπλάστης, εικονογραφιστής, ικανός μέσα στην ψυχολογική συντριβή του ο Κατσιμάνης, αναταράσσει τα λιμνάζοντα ύδατα της ποίησης. Μια τρέλλα απόλυτης λογικής σηματοδοτεί το έργο του τόσο στην υποκριτική τέχνη που υπηρετεί -ηθοποιός-, όσο και στην τέχνη της ποίησης· σηματοδοτεί την έκφραση και το συναίσθημα του. Σηματοδοτεί το σύνολο του και τον Συμπαντικό του ρόλο μια τρέλλα απόλυτης λογικής.

Ο Κατσιμάνης ‘λέει’ αδιάκοπα κάτι. Μετατρέπει τον εαυτό του σε ‘ψίθυρο’ διαρκείας· με πρόθεση να εισβάλλει στις ανθρώπινες συνειδήσεις μεταχειρίζεται όλα τα μέσα – ακόμα και της κατακρεούργησης της ύπαρξης του. Τεμαχίζει με χειρουργική ικανότητα τον εγκέφαλό του, χώνει το ερευνητικό του δάκτυλο στις υποθήκες της μνήμης του, βυθίζει τα αισθητήρια του στο υποσυνείδητό του, ένα – ένα με καταπληκτική ‘‘αποθράσυνση’’ ελευθερίας επιδεικνύει τα ένστικτά του. Αυτός ο ίδιος γίνεται ο απέναντί του – ο απέναντι του, γίνεται εαυτός – χλευάζει, ουρλιάζει, επιτίθεται, καταρρέει.

Επιδεικνύει με καταπληκτική ποιητική ικανότητα τον Άνθρωπο στον Άνθρωπο κι επιτέλους «Εν ονόματι της ποίησης εκδικείται»

Στο ποίημα «σάβανο» υπάρχει μια φράση κλειδί του βιβλίου: «Επιχειρώ τον κατά μέτωπο βιασμό της χυδαιότητας», Κι επιλεγμένα νομίζω στο τέλος του βιβλίου το δίστοιχο ποίημα «η παραμόρφωση» προσυπογράφει την διάθεση του Δημήτρη Κατσιμάνη: «Η κατάργηση του πόνου/ ζήτημα αφής πια»

Στην πορεία του Κατσιμάνη θα αποδειχθεί ότι η κατάργηση του πόνου, δεν θα γίνει ποτέ γι’ αυτόν ζήτημα αφής· το βιβλίο «το τομάρι του πόνου» εκδόθηκε το 1981 κι ακολούθησε το έργο «Τα φρικτά της άνοιξης πρόσωπα» όπου βεβαιώνει πως ο πόνος του Κατσιμάνη είναι η συρροή των κοινωνικών, αλλά και μεμονωμένα του ανθρώπου, γενομένων.

Επειδή «τα τσακάλια συνωμοτούν» και «εκσπερματώνουν οι δολοφόνοι», σηκώνει ο Δημήτρης Κατσιμάνης στα σπλάχνα του «το τομάρι του πόνου» και για λογαριασμό μας.

Ο βαθύτατα έντιμος ποιητικός του λόγος έχει κάνει κι όλας την διαπίστωση: «Μην νοσταλγείς τον θάνατο όταν είσαι νεκρός».

Αυτή του η εντιμότητα σε συνδυασμό με την ευφυή του αντίληψη δεν του επιτρέπουν λυτρωτικές ψευδαισθήσεις που θα τον απαλλάξουν από τα δεσμά της κατάθλιψης. Απεγνωσμένα «σκάβει λάκκους να θάψει τα ψοφίμια» τα ιδεολογικά και κοινωνικά ψοφίμια κι είναι ένα «πτώμα αργό σε κινήσεις» που «αυτοκτονεί στα χυδαία μάτια του κόσμου»!

Στο βιβλίο που ακολούθησε «Τα φριχτά της άνοιξης πρόσωπα», ο Κατσιμάνης με πρότυπα λεκτικά σχήματα κατά -μαρτυρά τα δρώμενα της ζωής και σκιτσάρει τα ‘πρόσωπά’ της.

Τα μέλη και τα γενετικά όργανα που προβάλλονται, θα ενοχλούσαν ίσως την ποιητική αρμονία αν μέσων αυτών δεν προσδιοριζόταν το γενεσιουργό στοιχείο αλλά και το καταλυτικό.

Γραφή μοναχικής μαχητικότητας, διαλογισμού και στοχαστικότητας, συναισθηματικών φορτίσεων και οραμάτων. Πανδαιμόνιο κραυγών τρόμου κι οργής.

Ικανός ο Κατσιμάνης στην διάπλαση εικόνων που ερμηνεύουν θέσεις ζωής, όχι ασφαλώς με τρόπο ορατό, αλλά, με διάθεση υπονοούμενη. Ο ανθρωπισμός του ποιητικού αυτού λόγου, στην συλλογή «τα φριχτά της άνοιξης πρόσωπα» προκύπτει σε πολλές φράσεις που συνδέουν τον ποιητή με την δομική της κοινωνίας: «Κύριοι κάνω υπεύθυνη δήλωση: Τέλειωσε το αίμα!»

1)"ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ" 2)"ΘΕΩΡΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ" 3)"ΑΝΤΙΚΕΡ ΙΔΕΩΝ" 4)"ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ" ΓΡΗΓ. ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν, ΘΕΟΦΙΛΗ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ
ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
1)"ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ"
2)"ΘΕΩΡΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ"
3)"ΑΝΤΙΚΕΡ ΙΔΕΩΝ"
4)"ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ"

Ποιητικά βιβλία του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου


Η ποιητική γραφή του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου άλλοτε εμπαιγμός θανάτου που υπόγεια μας χλευάζει κι άλλοτε στωική καρτερία του αδιαφιλονίκητου συμβάντος του "τέλους" μας. 'Αλλοτε πορεία μνήμης και υποσυνείδητος φόβος για την απώλειά της. Άλλοτε φιλοσοφία κι άλλοτε φωτογραφική λήψη της ζωής.
Η ποίηση του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου, ίσως όλα αυτά, αλλά και μαζί ένα προσωπικό παρασύνθημα που ξεκλειδώνει μια άλλη διάσταση του "υπάρχω" μας όπου το τραγικό στοιχείο των συναισθημάτων και φιλοσοφικών προθέσεων του Χαλιακόπουλου, αποκορυφώνεται.
Στην τεχνική του θαυμάζουμε την παλμική κίνηση του λόγου του, την αρτιογενή λεξιπλοκή του, την εναρμόνιση της ηχητικής και εικαστικής του στοιχειοθέτησης.
Στο βιβλίο «ΜΕΛΟΝΤΙΚΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ»,
το κουτσομπολιό στο μαγκαλάκι της κυρά Λόπης γίνεται η θεματική εστία που κινούνται τα ποιήματα της συλλογής, ως αποστάγμα συναισθημάτων κι εντυπώσεων. Προλογικά, σημειώνει ο Χαλιακόπουλος: «Τα τηγανοψώματα αχνιστά κάτω απ’ το φως των κεριών ξεφώνιζαν για ένα διάλειμμα του ασυναγώνιστου κουτσομπολιού και υπόσχοντο ένα δεύτερο καλύτερο μέρος, μιας και το χορτάτο στόμα θα χόρευε τώρα καλύτερα τον χορό του κους – κους...» κτλ.
Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτά τα νεανικά ποιήματα του Γρηγόρη, δεν υστερούν διόλου σε εικαστικότητα, στοχασμό, επαναστατικότητα, εσώτερο ερωτισμό και συναισθηματική παροχικότητα, από εκείνα τα ποιήματα που έγραψε σε μεγαλύτερη ηλικία και διαφοροποιούνται μόνον στην ηχητική, μιας και πολλά απ’ αυτά διατηρούν μέτρα κι ομοιοκαταληξίες, με επιτυχή ωστόσο τρόπο.
Στο βιβλίο «ΘΕΩΡΕΙΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ» προλογικά ο Χαλιακόπουλος μεταξύ άλλων διευκρινίζει: «Βρήκα μια θέση σ’ ένα θεωρείο και στρογγυλοκάθησα σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας να απολαύσω την κόλασή μου» κι αφιερώνει το βιβλίο του «στην θλίψη που τον χάραξε».
Στην συλλογή αυτή ανεβάζει τον φιλοσοφικό πήχυ, κρατώντας σταθερά τις εικαστικές αρχές του λόγου του. Π.χ: Γράφει «έλα, έλα στην παράλογη ισορροπία μας, τα ναύλα πληρωμένα. Άλλωστε, ετούτη η ζωή, μάς χρωστάει μια πυξίδα».
Είναι λοιπόν πασιφανές πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει προς χάρην των εννοιών και των φιλοσοφικών του προεκτάσεων, την εικαστικότητα που αρμόζει στην ποίηση.
Στο βιβλίο «ΑΝΤΙΚΕΡ ΙΔΕΩΝ» ο πρόλογος αυτής της εξαίρετης ποιητικής συλλογής, έχει άπειρους νοηματικούς ελιγμούς, κρεσέντα συναισθηματικών τόνων, και εκρηκτικά σαρκαστική σοφία. Διαπιστώνουμε πως η βρισιά δεν λειτουργεί ως πρόκληση κι εντυπωσιασμός, αλλά ως κραυγή αγανάκτησης...
Το βιβλίο «ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ» ... κάποτε ουρλιαχτό και κάποτε ψίθυρος, και στους δύο τόνους όμως προσδιορίζεται η αυτολυτρωτική διάθεση.
Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος ξορκίζει εφιάλτες κοινωνικούς και προσωπικούς και μάλιστα του ξορκίζει αγαπώντας τους σαν την«ανάγκη για εχθρούς»

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη 

«ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ» ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΠΟΓΡΗ - ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ 

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ» ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΠΟΓΡΗ

Γράφει η Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

(πρόλογος στο βιβλίο ''αυτοδύναμη'' της Δ. Μπόγρη)


Ο πανικός ενός εξανδραποδισμένου κόσμου διέρχεται από την ποιητική συνείδηση της Δέσποινας Μπόγρη και δίνει, απόστακτα, το αποτέλεσμα της ‘‘ ιερά ιερόδουλης’’ ποίησης.
Σε πρότυπα ποιητικά σχήματα σκιαγραφόνται γενεσιουργές αλήθειες και καταλυτικές πραγματικότητες.
Ο τίτλος «αυτοδύναμη» που λειτουργεί ως στέγαστρο όλων των ποιημάτων είναι καθοριστικός της θεματικής και λογοπλαστικής αξίας του συνολικού ποιητικού έργου.
Σ’ ότι αφορά στον χειρισμό των θεμάτων της, η Δέσποινα Μπόγρη, διασπά τις έννοιες διεισδύοντας σ’ αυτές, και τις τοποθετεί με έναν ήχο εξαίρετα παραπλανητικό, ώστε να μην γίνεται ο θρήνος δυνατότερος της αντοχής, κι η αντοχή να μην γίνεται δυνατότερη της αλήθειας. Κερδίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι νοηματικές ισορροπίες κι ο λόγος επεκείνεται όχι μόνον συνειδησιακά, αλλά και εικαστικά και μουσικά.
Διαβάζουμε στο ποίημα "ευθύνη'':

"Εκμέκ καταϊφι στην πλατεία Κυψέλης και το σιρόπι κόμβος δακρύων.

Τι μεταμφίεση κουβαλάει ετούτη η νύχτα μεσ' το καταχείμωνο!

Δυο νέα παιδιά εισβάλλουν

και οι απειλητικές ελπίδες τους, το πολικό ψύχος αντικαθιστούν.

Τα κέρματα γλίστρησαν και ο ήχος μάς αποπήρε.

Ετούτη η νύχτα, νάζια μου κάνει.

Να μας ξεγελάσει θέλει. Να'σαι προσεκτικός.

Δυο νέα παιδιά μας κοιτάζουν.

Καιρός ν'αλλάξουν τα πράγματα -έλεγαν... 'Ελεγαν...''

Στην ‘‘αυτοδύναμη’’ γραφή της Δέσποινας Μπόγρη προσωποποιούνται όλα τα στοιχεία του σύμπαντος κόσμου και διεξάγεται μαζί τους μια εκ βάθους συνομιλία. Μια ποίηση ‘‘κολλάζ’’ εννοιών, τοπίων, χρωμάτων, αρωμάτων, συνθηκών και όντων. Όλα σε ‘‘αυτοδύναμη’’ μάχιμη διάταξη απέναντι στο ειρωνικό ‘‘διηνεκές’’.
Ο λόγος της Δέσποινας Μπόγρη δεν ξοδεύεται σε βαρύηχες επαναστατικές προτροπές, αλλά και ούτε αποστασιοποιείται απ’ τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα· προσπαθεί να ενώσει την ‘‘παρουσία’’ με την ‘‘απουσία’’ και να ενεργοποιήσει εσωτερικά το ανθρώπινο στοιχείο, αποκαλύπτοντας τις πτυχές του εκείνες που το συνδέουν με το σύνολο των πλανητικών ιχνοστοιχείων. Διαβάζουμε την υπονοούμενο συμπαντικό συντελεστή ''μετρονόμο'':


"Στους τρωγλοδύτες βασίστηκα 

να μάθω την Τέχνη.

Χώμα αναπνέω,

βαθιά η μυρωδιά της γης, οικεία μου φαίνεται.

Σκάβουμε. 

Ακούγεται σαν τιμωρία.

Δεν μπορείτε να ερμηνεύσετε την ταχύτητά μας.

Σκάβουμε.

Κρατώ ένα χάρτη από περάσματα.

Σκάβουμε. 

Τις εκατόμβες της Οικουμένης να ενώσουμε".


Η Δέσποινα Μπόγρη ανοίγεται στον λόγο της και δεν περιορίζεται στις βιωμένες της μνήμες τις οποίες όμως χρησιμοποιεί ως προθάλαμο για να εισχωρήσει ποιητικά στον κεντρικό χώρο του κόσμου. Η συμπεριφορά της στην ποίηση δεν διαφοροποιείται απ’ αυτήν που την χαρακτηρίζει στην καθημερινότητά της· αγωνίστρια η ίδια, ιδεολόγος, αντιπάλεψε συμφέροντα και έθεσε εαυτόν υπέρ αδυνάτων ως ένας ουμανιστής ουτοπιστής ή απλώς ως αυτοδύναμος ποιητικός ‘‘ δρομογράφος’’.

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ απ' την Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ

απ' την Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

(εκδήλωση για το έργο του Δ. Καραμβάλη

- Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010 βιβλιοπωλειον «Ρήγας»)

Ο Δημήτρης Καραμβάλης κάνει μια υπόγεια στοχαστική διαδρομή - μια κοινωνική έρευνα και καταγραφή του φαινομένου του κόσμου στην συνειδησιακή του εξέλιξη. Αποφεύγει μορφικά, καινοτομίες αλλά κάνει νοηματικά άλματα μέσω του συμβολισμού των εικόνων· γράφει: "Είναι το κελί μου έξω από την φυλακή - γι' αυτό φοβάμαι". Η γραφή του, παρατηρούμε, έχει την δύναμη του "ψιθυρισμού" που επεμβαίνει στην συνείδηση του αναγνώστη αβίαστα και σαν ίχνος που διατηρείται χρονικά.

Δεν έχει πρόθεση να εντυπωσιάσει από πλευράς προοδευτικής τεχνικής, αλλά και ούτε παλιδρομεί σε παραδοσιακούς τόνους μολονότι στον συνολικό όγκο των γραπτών του συναντάμε και έμμετρες στροφές και ομοιοκαταληξίες. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Καραμβάλης σμιλεύει ομοιόμορφα το θεματικό υλικό του και μεταχειρίζεται ισομερώς στοιχεία ελεύθερου τονισμού και παραδοσιακού (όχι όμως με την έννοια συνονθυλεύματος που παρουσιάζει ο μεταμοντερνισμός).

Δεν θα μπορούσαμε συνεπώς αβασάνιστα να εντάξουμε τον Καραμβάλη σε έναν "-ισμό" και θα 'ταν προτιμότερο χωρίς να αναζητήσουμε "κλισέ" της ποιητικής του, να επικροτήσουμε την πρόθεση του να εκσυγχρονίζει θεματικά και να εμπλουτίζει με ανθρωποκεντρική εικόνα, την ομοιοκατάληκτη ροή κάποιων ποιημάτων του.

Στις τρεις ποιητικές συλλογές του "η αυτοψία των κυμάτων", "περι-συλλογή" και "απολογισμός", κυριαρχεί η φιλοσοφική του πρόθεση. Ποιήματα υπαρξιακού, οικολογικού, κοινωνικού ενδιαφέροντος, χωρίς να ξοδεύει νοήματα με το να θηρεύει πρωτότυπες λέξεις, και χωρίς ακατάσχετες επαναλαμβανόμενες εκφράσεις συναισθηματικών εξάρσεων.

Είναι φανερό πως ο Καραμβάλης δεν επιτρέπει στον εαυτό του "λογοτεχνικές παρορμήσεις" που συχνά λαμβάνουν χώρο παραληρηματικό. Ελέγχει τα συναισθήματα, τις εντυπώσεις, τις κρίσεις του όταν πρόκειται να τις καταθέσει γραπτώς. Είναι σαφής, περιεκτικός και συμβολικός και παροτρύνει τον αναγνώστη να συλλειτουργήσει με αντίληψη -όχι τόσο ταύτισης, αλλά κατανόησης του θέματος του. Δηλαδή, ο αναγνώστης με την αντίληψη του, δεν οικειοποιείται τον ποιητικό χωροχρόνο που κινείται ο Καραμβάλης, δεν ταυτίζεται με τα βιώματα του κι ούτε γίνεται ενάμιλλος των ιδεών του Καραμβάλη, αλλά (ο αναγνώστης) γνωρίζει, κατανοεί, φαντάζεται τον όποιο χωροχρόνο τού προσφέρει γραπτώς ο Καραμβάλης και κατ' αυτόν μόνον τον τρόπο συνοδοιπορεί με την ποιητική του Καραμβάλη.

Υπάρχει ποιητικός λόγος, άκρως εξαιρετικός, που φορτίζει τον αναγνώστη και υπάρχει και ποιητικός λόγος, ισάξια σημαντικός, που κρατά τον αναγνώστη σε συναισθηματικές ισορροπίες "υπήνεμων τόνων", δημιουργώντας του ανεκτές συγκινησιακές εκδηλώσεις και τον ωθεί ειρηνικά κι ατάραχα να ολοκληρώσει την ποιητική ανάγνωση και να διδαχτεί - πιθανότατα- απ' αυτήν· (Ο Καραμβάλης λοιπόν ανήκει σε αυτήν την δεύτερη ποιητική κατηγορία και το ζήτημα αποδοχής η μη της όποιας κατηγορίας έγκειται πια στον αναγνώστη... στο ποιος είναι ο αναγνώστης και στο τι ακριβώς αναζητά στην ανάγνωση.. αναζητά την φόρτιση; την ανατροπή; το συναισθηματικό κρεσέντο; αναζητά το "όμοιο" του και το αντικαθρέφτισμα του βιωμένου πόνου του;.. ή αναζητά να γνωρίσει κάτι απέναντι του; να ηρεμήσει μέσω μιας διαφορετικής γνώσης και στάση ζωής απ' αυτήν που ο ίδιος έχει;)

Ο Δημήτρης Καραμβάλης παρέχει στοιχεία φιλοσοφικού προβληματισμού στον αναγνώστη, κρατώντας ρυθμούς στο μέσον της συναισθηματικής κλίμακας - διαβάζουμε:

Από την συλλογή "Η αυτοψία των κυμάτων" το ποίημα :

«Συμβουλή για νέους οδοιπόρους»

Σανδάλια μόνο να φορέσετε στα πόδια σας.

Με τον καιρό, θα γίνουν σύμμαχοί σας τα χώματα, οι πέτρες και τ' αγκάθια.

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο τίτλος της συλλογής: "Περί- συλλογή" γράφεται με χωριστά τα δύο συνθετικά του. Εδώ ο Καραμβάλης τοποθετείται πάλι με "σιγανό" τρόπο, ως προς τις προθέσεις τού ποιητικού λόγου του ... μας λέει δηλαδή, πλαγίως πλην σαφώς: "περισυλλέγω, δεν σκέπτομαι από εμένα για μένα, αλλά συλλέγω στοιχεία από τα πέριξ εμού για να συγκροτήσω την σκέψη μου - την περισυλλογή μου"

Διαβάζουμε το ποίημα:

«Κείνες τις μέρες και τις άλλες»

Κείνες τις μέρες τα πουλιά μισήσαν το νερό

γιατί τα δέντρα στα κλαδιά, ξερά είχανε μείνει!

Τις άλλες μέρες τα πουλιά μισήσαν τους ανθρώπους

γιατί κι αν ήρθε το νερό, ξεχνούσανε τα δέντρα να ποτίσουν...

Μα ήρθαν κι άλλες μέρες που τα πουλιά μισήσανε τα δέντρα

γιατί εκείνα το νερό, κρατούσαν για τις ρίζες!..

Από την συλλογή "Απολογισμός" το ποίημα:

«Όταν αγγίζουμε τις πέτρες»

Όταν αγγίζουμε τις πέτρες, τί τάχα να γυρεύουμε;

μήπως το χρέος που η πληρωμή δεν κάλυψε;

τα νιάτα που χάθηκαν στην πρωτεύουσα

- φύκια που ξεραμένα ανοίγουν την καρδιά μας-

φίλοι που σκόρπισε ο καιρός,

ώμοι που χαμήλωσαν;

Όταν αγγίζουμε τις πέτρες, τι τάχα να γυρεύουμε;

μήπως το παραμύθι της γιαγιάς για ν' αρχινίσει,

το αναμμένο φως ενός καπνού τσιγάρου,

τη βάρκα μες στον ταρσανά

της αμνησίας μας μνήμης;

Όταν αγγίζουμε τις πέτρες, τι τάχα να γυρεύουμε;

τη μηχανή; τα φρένα; τις ράγες; το νερό; τον αέρα; τον άνθρωπο;

Απάντηση δεν παίρνουμε καμιά, κάθε που αγγίζουμε τις πέτρες,

μα, συνεχίζουμε!...

Τέλος, σημειώνω, πως ο Δημήτρης Καραμβάλης ακολουθεί την ίδια μορφική και νοηματική συμπεριφορά και στα διηγήματα – αφηγήματά του, τα οποία μάλιστα δεν έτυχαν συγκεντρωτικής δημοσίευσης και σκόρπια σε έντυπα και χειρόγραφα δίνουν την εντύπωση διαμαντιών διανοητικού εδάφους, που περιμένουν την αναγνωστική μας εξόρυξη…

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

«ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΡΣΕ» Γρηγόρη Χαλιακόπουλου μυθιστόρημα - ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗ  

«ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΡΣΕ» μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

(εικονογράφηση: Χρήστος Τζατζάνης)

Στο μικρό αυτό πεζογράφημα έχουμε δυεισδητική ψυχογραφία. Το κελί γίνεται αυλαία, όπου ξεκινά η μνήμη να ερμηνεύει τον αργόσυρτο ρόλο της. Οι αναμνήσεις ξεκλειδώνουν τελικά το απόρρητο αίτιον κι αιτιατόν ενός ανθρώπου που πριν φυλακιστεί και διαβρωθεί το σώμα του, έχει φυλακιστεί και διαβρωθεί η ψυχική του οργάνωση.
Ο Χαλιακόπουλος, ψυχαναλύει σταδιακά και προσεχτικά τον ήρωα πριν φτάσει στο αποτέλεσμα των πράξεων του. Ο ήρωας, μικρός, αδαής, φτωχός κι ανασφαλής, έρχεται αντιμέτωπος με τους χλευασμούς του πλούσιου γειτονόπουλου που του επιδυκνύει την οικογενειακή πόρσε. Αυτή η κόκκινη πόρσε τώρα θα λειτουργήσει ως κίνητρο παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά και ως “ελαφρυντικό πρότερου έντιμου βίου”.
Μια σειρά γεγονότων συνθέτουν μια παραβατική ψυχή πολύ πριν συμβεί μια παραβατική πράξη. Ο Χαλιακόπουλος κινείται συγγραφικά στο απόσταγμα της μνήμης και πείθει για το πως αυτή η συσσωρευμένη μνήμη διαμορφώνει συνειδήσεις και συμπεριφορές.
Ως υπαρξιακός συγγραφέας δεν εγκαταλείπει ποτέ τις διεισδύσεις του στην σύσταση της ύπαρξης, αλλά σε κάθε έργο του διαφοροποιείται ως προς το ύφος γραφής κι ως προς την ηχητική απόδοση των νοημάτων. Στο πεζογράφημα «Τα φώτα της Πόρσε» διαλέγει ένα ηχητικό υπόστρωμα πιο μαλακό, πιο ρομαντικό ίσως... ή ίσως πιο καταδεκτικό, συγκαταβατικό....προσδιορίζεται ένα πτωτικό συναίσθημα κατάθλιψης, μια αυτόχειρη, ή καλλίτερα μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά... Στα φώτα της πόρσε δεν βλέπουμε σαρκασμούς, ούτε χιουμοριστικές διαφυγές, ούτε ώθηση προς φιλοσοφικές αναζητήσεις.... Είναι σαν να έχει καταγράψει την πορεία ενός συναισθήματος βαριάς θλίψης που η έξοδος του είναι ο θάνατος, αλλά τελικά η σωτήρια διαφυγή του είναι η ονειροπόληση – ακόμα και μιας θλιβερής εμμονής...

Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
-συγγραφέας

– μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Λογοτεχνίας